Ψυχοδυναμική Θεραπεία: Ένας πλήρης οδηγός (2026)

Περιεχόμενα

– Τι είναι η Ψυχοδυναμική θεραπεία;

– Ποια είναι τα βασικά οφέλη της ψυχοδυναμικής θεραπείας;

– Ποια είναι τα βασικά μειονεκτήματα της ψυχοδυναμικής Θεραπείας

– Μου ταιριάζει η ψυχοδυναμική θεραπεία;

– Τι είναι η Ψυχοδυναμική θεραπεία (για ψυχολόγους);

– Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ψυχοδυναμικής θεραπείας; 

– 9 κομβικά σημεία για μια επιτυχημένη ψυχοδυναμική συνέντευξη

– Πώς προετοιμάζουμε τον θεραπευόμενο στην ψυχοδυναμική θεραπεία; 

– Παραδείγματα ψυχοδυναμικής θεραπείας και διάγνωσης

Τι είναι η Ψυχοδυναμική θεραπεία;

Η ψυχοδυναμική θεραπεία βασίζεται στις αρχές της ψυχανάλυσης όπως τις διατύπωσε ο Φρόυντ, καθώς και σε θεωρητικές και θεραπευτικές κατευθύνσεις άλλων ψυχαναλυτών.

Οι ψυχαναλυτές ανακάλυψαν ότι τα ασυνείδητα δυναμικά, τα τραύματα και οι συγκρούσεις που έχουμε βιώσει στο παρελθόν διαμορφώνουν την προσωπικότητά μας και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην ενήλικη ζωή μας, υπάρχει, δηλαδή, ένα αόρατο εξελικτικό νήμα που συνδέει την παιδική ηλικία με το παρόν.

Η ψυχανάλυση είναι μια ιδιαίτερα εντατική μορφή ανάλυσης με στόχο τη διερεύνηση του ασυνειδήτου. Η ψυχανάλυση χρησιμοποιεί το ντιβάνι και διεξάγεται αρκετές φορές μέσα στην εβδομάδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα όνειρα και οι φαντασιώσεις αποτελούν σημαντική πηγή πληροφόρησης γιατί καθρεφτίζουν τα ασυνείδητα δυναμικά του θεραπευόμενου.

Η ψυχοδυναμική θεραπεία είναι μια πιο ήπια μορφή θεραπείας ψυχαναλυτικού τύπου. Διεξάγεται πρόσωπο με πρόσωπο μία ή δύο φορές την εβδομάδα και ο στόχος της είναι να βοηθήσει τα άτομα να κατανοήσουν τα βιώματά τους και τις ασυνείδητες επιρροές στον τρόπο που σκέφτονται και συμπεριφέρονται.

Η θεραπεύτρια ακούει προσεκτικά και βοηθά τον θεραπευόμενο να συνδέσει τωρινές δυσκολίες με παλαιότερα βιώματα. Κατά τη διερεύνηση των βιωμάτων της παιδικής ηλικίας το άτομο αναγνωρίζει και λεκτικοποιεί δύσκολες καταστάσεις του παρελθόντος.

Μια τέτοια σύνδεση ρευστοποιεί παγωμένα συναισθήματα, φωτίζει παθογόνες πεποιθήσεις, όπως “εγώ έφταιγα που χώρισαν οι γονείς μου”, καθώς και δυσλειτουργικά πρότυπα του σχετίζεσθαι. Με άλλα λόγια η ψυχοδυναμική θεραπεία βοηθά το άτομο να απαλλαγεί από τα δεσμά του παρελθόντος.

Ποια είναι τα βασικά οφέλη της ψυχοδυναμικής θεραπείας΄;

Τα βασικά οφέλη της ψυχοδυναμικής θεραπείας είναι:

  • Αλλαγές που διαρκούν στον χρόνο, ακριβώς επειδή οι συμπεριφορές αντιμετωπίζονται σε βάθος.
  • Καλύτερη αναγνώριση, έκφραση και ρύθμιση των συναισθημάτων. Μείωση των παραρμήσεων, ικανότητα ανοχής του άγχους, καλύτερη αυτοπαρατήρηση και ικανότητα αναστοχασμού.

Ποια είναι τα βασικά μειονεκτήματα της ψυχοδυναμικής Θεραπείας

Τα μειονεκτήματα της ψυχοδυναμικής θεραπείας είναι:

  • Ακολουθεί μια ελεύθερη και ρευστή διαδικασία όπου δεν υπάρχουν συγκεκριμένα θέματα που συζητώνται κάθε φορά, αντίθετα, ο θεραπευόμενος ενθαρρύνεται να φέρει ό,τι θέμα θέλει. Επομένως, αυτή η θεραπευτική προσέγγιση δεν συνιστάται για άτομα τα οποία επιθυμούν κατεύθυνση και δομή στη θεραπευτική διαδικασία.
  • Δεν συνιστάται επίσης σε άτομα που επιθυμούν να δούν γρήγορα αποτελέσματα, εφόσον η ψυχική διερεύνηση, η ψυχική επεξεργασία και η ουσιαστική αλλαγή απαιτούν αρκετό χρόνο για να επιτελέσουν το έργο τους.
  • Δεν συνιστάται σε άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση κρίσης.

Μου ταιριάζει η ψυχοδυναμική θεραπεία;

Η ψυχοδυναμική θεραπεία σας ταιριάζει, εάν θέλετε:

  • Να κατανοήσετε τις βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων σας και όχι απλά να εξαλείψετε τα συμπτώματα που σας ενοχλούν.
  • Να ανακαλύψετε τα μοτίβα που διέπουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις σχέσεις σας.
  • Να επενδύσετε χρόνο και χρήματα στη βαθύτερη κατανόηση του εαυτού σας.

Τι είναι η ψυχοδυναμική θεραπεία (για ψυχολ΄όγους);

Στο ερώτημα “τι είναι ψυχανάλυση” σας παραθέτουμε την απάντηση του Peter Slater (2021) στην ιστοσελίδα της Tavistock Clinic.

Απόσπασμα από την εισαγωγή του Peter Slater (2021) στην ιστοσελίδα της Tavistock Clinic

Η ψυχανάλυση είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος σκέψης για τον εαυτό μας, τη ζωή μας και τον κόσμο γύρω μας.

Η ψυχαναλυτική σκέψη τοποθετεί τη μελέτη των ασυνείδητων πτυχών του νου στο επίκεντρο της συμπεριφοράς, της σκέψης και της συναισθηματικής μας εμπειρίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ρόλος της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας είναι να βοηθήσει στην αποκάλυψη εκείνων των ασυνείδητων πτυχών που μας εμποδίζουν να αξιοποιήσουμε το δυναμικό μας.

Μας βοηθά επίσης να κατανοήσουμε γιατί συνεχίζουμε να αναπαράγουμε τα ίδια μοτίβα στη ζωή μας και γιατί μπορεί να σαμποτάρουμε ή να στερούμαστε από τον εαυτό μας τη δυνατότητα να διατηρήσουμε τις καλές στιγμές της ζωής μας.

Μας βοηθά να κατανοήσουμε βασικά ζητήματα του σημερινού κόσμου, αποκαλύπτοντας τις ίδιες τις ασυνείδητες διαδικασίες που τα καθοδηγούν και τα τροφοδοτούν. Αναγνωρίζουμε ότι η ψυχαναλυτική σκέψη είναι μόνο ένας τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο του ατόμου και τον κόσμο στο σύνολό του, αλλά αν αγνοήσουμε αυτόν τον τρόπο σκέψης, μπορεί να χάσουμε κάποια σημαντική κατανόηση – για παράδειγμα, ως προς το γιατί χρειάστηκε τόσος πολύς χρόνος για να αναγνωρίσουμε ότι βρισκόμαστε σε μια παγκόσμια κλιματική κρίση.

Η ψυχαναλυτική σκέψη μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πώς, ως άτομα και ως κοινωνίες, έχουμε όλοι χρησιμοποιήσει πρωτόγονους, ασυνείδητους αμυντικούς μηχανισμούς για να αρνηθούμε την ευθύνη και την πραγματικότητα ότι καταστρέφουμε, σχεδόν ανεπανόρθωτα, τον ίδιο τον πλανήτη στον οποίο βασιζόμαστε για την επιβίωσή μας. Η ψυχαναλυτική σκέψη είναι ένας μοναδικός αλλά απαιτητικός τρόπος κατανόησης πτυχών του νου στο άτομο και στο νου των ομάδων, των κοινοτήτων, των κοινωνιών.

Το να επιλέξει κανείς να παρακολουθήσει ένα ψυχαναλυτικό μάθημα ή/και να ακολουθήσει ψυχαναλυτική εκπαίδευση σημαίνει να επιλέξει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής για τον εαυτό του και για τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεται.

Επισυνάπτουμε επίσης και το video από τη σελίδα της International Psychoanalytic Association (APA) στο οποίο ο διακεκριμένος ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Otto Kernberg εξηγεί τι είναι ψυχανάλυση.

Στο ερώτημα “πώς κατανοούμε το ασυνείδητο” σας παραθέτουμε αποσπάσματα από τη συνέντευξη του ψυχαναλυτή Vittorio Lingiardi.

Ο Vittorio Lingiardi, M.D., είναι ψυχίατρος και ψυχαναλυτής. Είναι τακτικός καθηγητής Δυναμικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Sapienza της Ρώμης, στην Ιταλία. Μαζί με τη Nancy McWilliams αποτέλεσε μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Ψυχοδυναμικού Διαγνωστικού Εγχειριδίου (PDM-2; Guilford, 2017), το οποίο κέρδισε το Βραβείο Βιβλίου του Αμερικανικού Συμβουλίου και της Ακαδημίας Ψυχανάλυσης.

Μεταξύ των τελευταίων βιβλίων του: Αρχιπέλαγος Ν. Παραλλαγές στον ναρκισσισμό (Einaudi, 2021); To the movies with a psychoanalyst (Cortina, 2020); I, you, we. Living with Yourself, the Other, the Others (Utet, 2019); Diagnosis and Destiny (Einaudi, 2018); Mindscapes (Cortina, 2017).

The European Journal of Psychoanalysis Jan 5, 2026

https://www.journal-psychoanalysis.eu/articles/the-contemporaneity-of-the-unconscious-interviews-withvittorio-lingiardi

Leonardo Provini, Massimiliano Pompa, Silvia Monaco & Riccardo Williams

Η Σύγχρονη Διάσταση του Ασυνείδητου: Συνέντευξη με τον Vittorio Lingiardi

Μπορείτε να περιγράψετε την έννοια του ασυνείδητου που πλησιάζει περισσότερο τη δική σας θεωρητική αντίληψη;

Το ασυνείδητο είναι αυτό που δεν είναι προσβάσιμο στη συνείδηση, επομένως και στη θεωρητική εννοιολόγηση, εφόσον εξ ορισμού- όπως είχε ήδη αναφέρει ο Φρόιντ-μπορούμε να το γνωρίσουμε μόνο έμμεσα, μέσω των επιδράσεων που ασκεί στην συνειδητή μας εμπειρία. Όλα τα μοντέλα που προσπαθούν να συλλάβουν την αόριστη ουσία του ασυνείδητου με συναρπάζουν. (…..)

Πιστεύω ότι σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει «ένα» ασυνείδητο, αλλά πολλαπλά ασυνείδητα, το καθένα από τα οποία αντιστοιχεί σε ένα επίπεδο επεξεργασίας εμπειριών που τελικά οδηγούν στην ανάδυση τους στη συνείδηση. Ομοίως, υπάρχουν πολλαπλές συνειδήσεις (πρέπει να προστεθεί ότι ο νους για να λειτουργήσει, δεν χρειάζεται πάντα και συνεχώς τη συνείδηση).

Δεν έχουμε σαφείς επιστημονικές αποδείξεις για το τι είναι η συνείδηση, τη λειτουργία της στις ψυχικές διεργασίες, τι την καθιστά απαραίτητη για τη μετάβαση από τις διεργασίες και τα περιεχόμενα της ασυνείδητης επεξεργασίας στη συνειδητή εμπειρία. (…).

Αντίθετα, με συναρπάζει η ιδέα του νου ως «παγκόσμιου χώρου εργασίας», ενός εργαστηρίου ψυχικών καταστάσεων, σιωπηρών αναμνήσεων και αισθητηριακών μετασχηματισμών που ακολουθούν διαδρομές μετασχηματισμού με βάση συναισθηματικά γεγονότα και γεγονότα ταυτότητας που διαφέρουν από καιρό σε καιρό. (….)

Η ιδέα του ασυνείδητου που μου είναι πιο οικεία σήμερα δεν είναι αυτή ενός κρεμμυδιού που πρέπει να ξεφλουδιστεί για να φτάσουμε στον ψυχικό πυρήνα του ασθενούς ούτε ενός αρχαιολογικού χώρου που πρέπει να ανασκαφεί.

Το σκέφτομαι περισσότερο ως ένα καλειδοσκοπικό εργαστήριο, ένα πολύπλοκο σύστημα στο οποίο μια σειρά στοιχείων, διαφορετικών σχημάτων και πυκνοτήτων, αναδιοργανώνονται σε δομές με πολλαπλές προοπτικές που διαμορφώνουν την ψυχική μας ζωή.

Το ασυνείδητο δεν είναι ένας τόπος, πόσο μάλλον μια δομή· είναι ένα σύνολο λειτουργιών που μπορούν ενδεχομένως να ενσωματωθούν μεταξύ της μνήμης του παρελθόντος και του μέλλοντος.

Χαριτολογώντας σχετικά με τα μοντέλα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ασυνείδητο είναι μια έννοια του παρελθόντος στην οποία πρέπει να δώσουμε ένα μέλλον, αλλά για να εκτιμήσουμε αυτό το μέλλον, πρέπει να διανύσουμε το παρελθόν του για να καταλάβουμε τι να διατηρήσουμε και τι να προσθέσουμε. (….) Μπορούμε επίσης να το θέσουμε ως εξής: η λειτουργία του εγκεφάλου θα είναι πάντα πιο περίπλοκη από την ικανότητά μας να την κατανοήσουμε.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ψυχοδυναμικής θεραπείας; 

Προσαρμογή από το βιβλίο “Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία” της Nancy McWilliams:

“Αποτελεί βαθειά μου πεποίθηση ότι ορισμένες στάσεις, όπως 

  • η περιέργεια και το δέος,
  • ο σεβασμός απέναντι στην πολυπλοκότητα,
  • η προδιάθεση για ενσυναισθητική ταύτιση,
  • η αξία της υποκειμενικότητας και του συναισθήματος,
  • η αξία του διαπροσωπικού δεσμού
  • και η ικανότητα για πίστη (faith),

έχουν ιδιαίτερη αξία όχι μόνον ως συστατικά της θεραπευτικής ευαισθησίας, αλλά και ως διορθωτικοί παράγοντες σε μερικές από τις πιο αλλοτριωτικές και απονεκρωτικές πλευρές της σύγχρονης ζωής.

Τα αντίθετά τους -τη διανοητική παθητικότητα, την αδιάλλακτη αναγωγική σκέψη, τη συναισθηματική αποστασιοποίηση, τη μετατροπή των ανθρώπων σε αντικείμενα και την απάθεια, την προσωπική απομόνωση, την κοινωνική ανομία και τον υπαρξιακό τρόμο- τα έχουν συχνά θρηνήσει οι διανοούμενοι και οι κοινωνικοί κριτικοί ως το τίμημα που πληρώνουμε για το βιομηχανοποιημένο, καταναλωτικά προσανατολισμένο και τεχνολογικά υπερσύγχρονο πολιτισμό μας.

Η τραγική διάσταση της ανθρώπινης φύσης

Οι Messer και Winokur (1984), χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της λογοτεχνικής κριτικής, χαρακτηρίζουν την ψυχαναλυτική προσέγγιση ως τραγική, σε αντίθεση με τη συμπεριφορική προοπτική την οποία χαρακτηρίζουν ως κωμική.

 Ο όρος «τραγικός» αναφέρεται στην αίσθηση ότι κάποιος πρέπει να συμβιβαστεί με μια από τη φύση της ατελή και οδυνηρή πραγματικότητα· ο όρος «κωμικός» αναφέρεται σε μια οπτική πιο πραγματιστική και επικεντρωμένη στην επίλυση του προβλήματος, η οποία πρεσβεύει ότι μπορούν να γίνουν αλλαγές που θα οδηγήσουν σε ένα ευτυχισμένο τέλος. 

Ο Schneider (1998) έχει συμπεριλάβει την ψυχαναλυτική παράδοση στη «ρομαντική» (συναισθηματική, διαισθητική και ολιστική) ευαισθησία στη Δυτική σκέψη, σε αντιδιαστολή με την υποθετική-παραγωγική-επαγωγική τάση που επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής ακαδημαϊκής ψυχολογίας και της λογικής θετικιστικής παράδοσης γενικότερα. Αρκετά από τα στοιχεία που συνοψίζω εδώ χαρακτηρίζουν επίσης τις προσεγγίσεις οι οποίες αναπτύχθηκαν με στόχο να επεκτείνουν ή να διορθώσουν πλευρές της ψυχοδυναμικής θεραπείας, όπως είναι η θεραπεία Gestalt, οι πελατοκεντρικές θεραπείες και η ανθρωπιστική-βιωματική παράδοση γενικότερα, η συνδιαλλακτική ανάλυση, οι υπαρξιακές προσεγγίσεις, το ψυχόδραμα και οι θεραπείες με βάση την τέχνη.

1. Η ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Για όσους έχουν κάνει ψυχοδυναμική θεραπεία για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι ιδιαίτερα συναρπαστική η αναγνώριση του πόσο μη τυχαίες είναι «οι επιλογές» που κάνουν οι άνθρωποι. 

Εκλογικεύουμε ό,τι κάνουμε κατά τον ίδιο τρόπο που το υπνωτισμένο υποκείμενο επινοεί μια εξήγηση για τους λόγους που συμπεριφέρθηκε ασυνείδητα κατά τη συνθήκη της ύπνωσης, ωστόσο σπάνια, εάν όχι ποτέ, γνωρίζουμε όλους τους καθοριστικούς παράγοντες της συμπεριφοράς μας. 

Αυτή η συνθήκη εμφανίζεται με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο στην «επιλογή» ερωτικού συντρόφου (Mitchell, 2002. Person, 1991). Ο έρωτας είναι μία από τις ελάχιστες κοινές εμπειρίες η οποία μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε πόσο λίγο έλεγχο έχουμε στα συναισθήματά μας. 

Τα παιδιά με γονείς που είχαν έντονα συναισθήματα, αναζητούν την ίδια ένταση στην ερωτική σχέση· τα παιδιά με παραμελητικούς γονείς, καταφέρνουν να βρουν συντρόφους που τους αγνοούν. 

Κόρες με αλκοολικό πατέρα έλκονται από άνδρες με εξάρτηση από το αλκοόλ· γιοί με καταθλιπτική μητέρα έλκονται όπως οι πεταλούδες από τη φλόγα δυστυχισμένων γυναικών. Με τον ίδιο τρόπο οι σαδιστές διαθέτουν ραντάρ για να εντοπίζουν τους μαζοχιστές και οι παιδόφιλοι αναγνωρίζουν στα μάτια ενός παιδιού το βλέμμα που φανερώνει σύγχυση ή ευαλωτότητα στη χειριστικότητα, γεγονός που καθιστά ευκολότερη την ανοχή της παρενόχλησης από το παιδί.

Οι άνθρωποι συνήθως γνωρίζουν ότι έχουν μία ακαταμάχητη έλξη για έναν «τύπο» ερωτικού αντικειμένου, ωστόσο σπάνια κατανοούν για ποιο λόγο ένα τέτοιο άτομο είναι ο τύπος τους. 

Ένας θεραπευόμενος, ο οποίος σαν παιδί έβλεπε στην κουζίνα κάθε πρωί την αλκοολική μητέρα του να κοιτάζει στο κενό με ένα τσιγάρο στο ένα χέρι και ένα φλιτζάνι καφέ στο άλλο, ερωτεύτηκε «ανεξήγητα» μία κοπέλα που είδε για πρώτη φορά στο κυλικείο του κολεγίου του, η οποία κοιτούσε στο κενό με ένα τσιγάρο στο ένα χέρι και ένα φλιτζάνι καφέ στο άλλο.

Ορισμένα άτομα, παρά τις προσπάθειές τους να βρουν ένα σύντροφο ο οποίος να αποτελεί τον αντίθετο πόλο ενός προβληματικού γονιού, τελικά διαπιστώνουν- καθώς ξεκινούν να χτίζουν μία κοινή ζωή με το άτομο το οποίο υποτίθεται ότι είναι ένα αντίδοτο- ότι οι πρώιμες εμπειρίες τους ξαναζωντανεύουν στη νέα σχέση με μυστηριώδη τρόπο. 

Για παράδειγμα, μια ασθενής μου, της οποίας ο πατέρας εμφάνιζε απρόβλεπτα επεισόδια βίας, ερωτεύτηκε έναν ένθερμο φιλειρηνιστή και πίστεψε, επειδή εκείνος ασπαζόταν ολόψυχα το δόγμα της μη βίας, ότι η ίδια δεν θα χρειαζόταν να ζήσει ποτέ ξανά μέσα στον φόβο. Μετά από λίγους μήνες γάμου και ουκ ολίγους έντονους καυγάδες, άρχισε να καταλαβαίνει ότι ο ιδεολογικός φιλειρηνισμός του συζύγου της εξέφραζε μία όχι και τόσο επιτυχημένη προσπάθεια εξουδετέρωσης της τάσης του για βία. Για μία ακόμη φορά, ανησυχούσε ότι ο άνδρας με τον οποίο συζούσε ήταν επικίνδυνος. Στη θεραπεία απόρησε για το πώς κατάφερε να «ξαναβρεί» τον πατέρα της παρά τις επιμελείς συνειδητές της προσπάθειες να απομακρυνθεί από αυτόν.

Δεν είναι δύσκολο για έναν προσεκτικό παρατηρητή να αντιληφθεί ότι υπάρχουν ασυνείδητες διαδικασίες στους άλλους· είναι όμως πολύ πιο δύσκολο να κατανοήσουμε το γεγονός ότι και εμείς οι ίδιοι κατοικούμαστε και κινούμαστε από δυνάμεις στις οποίες δεν έχουμε πρόσβαση ή έλεγχο. 

Για πολλούς από μας που δουλεύουμε ψυχαναλυτικά, ήταν ένα τυχαίο γεγονός στην προσωπική μας ζωή ή στην προσωπική μας θεραπεία που συμπύκνωσε τη συνεχή αίσθηση δέους για τις ασυνείδητες διαδικασίες και μας βοήθησε να κατανοήσουμε την έννοια των ασυνείδητων κινήτρων όχι πλέον σαν ένα διανοητικό κατασκεύασμα, αλλά σαν μία σπλαχνική πεποίθηση. 

Για έναν φίλο μια τέτοια στιγμή ήταν όταν ανακάλυψε ότι η κατάθλιψή του ξεκίνησε τριάντα χρόνια μετά την ημερομηνία του θανάτου του πατέρα του, μία ημερομηνία που θεωρούσε ότι δεν γνώριζε.

Επομένως, κομβικό χαρακτηριστικό της ψυχοδυναμικής θεραπείας είναι η περιέργεια για τον τρόπο που συνεργάζονται οι ασυνείδητες σκέψεις, τα συναισθήματα, οι εικόνες και οι ορμές, βρίσκεται πίσω από τη δέσμευση του θεραπευτή απέναντι στον ασθενή και το κουράγιο του ασθενή να αυτο-εξετάζεται και να αυτοαποκαλύπτεται ολοένα και περισσότερο. 

Η αίσθηση του δέους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταπεινοφροσύνη, την αναγνώριση ότι τα ανθρώπινα όντα, όπως αναφέρει ο Mark Twain, είμαστε «ιπτάμενοι κόκκοι του σύμπαντος» και ότι ο καθένας μας ωθείται από αναρίθμητες δυνάμεις που βρίσκονται έξω από τη συνείδηση και τον έλεγχό μας. 

Το δέος περιλαμβάνει την προθυμία να νιώσουμε πολύ μικροί μπροστά στην παρουσία του αχανούς και του άγνωστου. Είναι δεκτικό και ανοιχτό στην αλλαγή. Δεν θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο από την τεχνοκρατική, χρησιμοθηρική νοοτροπία ενός ατόμου που λύνει τεχνικά προβλήματα ή από την πραγματιστική «εγώ μπορώ» αισιοδοξία ενός ατόμου που πιστεύει ότι μόνον αυτός κυβερνά τη ζωή του. Το δέος επιτρέπει στην εμπειρία να μας κόψει την ανάσα· προσκαλεί κάθε θεραπευόμενο να αφήσει ένα φρέσκο αποτύπωμα στην ψυχή του θεραπευτή.

2.  Ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ

Στην ψυχοδυναμική θεραπεία θεωρούμε αναπόφευκτη την ενδοψυχική σύγκρουση ή την πολλαπλότητα των στάσεων. Οι περισσότεροι από μας νιώθουμε την επιθυμία να είμαστε τόσο ηλικιωμένοι όσο και νέοι, τόσο άνδρες όσο και γυναίκες, τόσο να έχουμε τον έλεγχο όσο και να μας φροντίζει κάποιος άλλος κ.ο.κ. Η προσαρμογή μας στα όρια της πραγματικότητας είναι αναμφίβολα αμφιθυμική.

Το 1937, ο ψυχαναλυτής/φυσικός Robert Waelder εξέτασε δύο όρους, τους οποίους ο Freud ανέφερε αρκετά φευγαλέα, τις έννοιες του «υπερπροσδιορισμού» και της «πολλαπλής λειτουργίας». Η αναλυτική κοινότητα τις υιοθέτησε με ευγνωμοσύνη ως τρόπους για να περιγράψει ένα φαινόμενο που οι θεραπευτές είχαν διαπιστώσει εδώ και καιρό. 

Ο «υπερ-προσδιορισμός» αναφέρεται στην παρατήρηση ότι τα σημαντικά ψυχολογικά προβλήματα ή τάσεις έχουν παραπάνω από μία αιτία· στην πραγματικότητα τα περισσότερα έχουν περίπλοκη αιτιολογία. 

Η «πολλαπλή λειτουργία» αναφέρεται στο γεγονός ότι κάθε σημαντική ψυχολογική τάση εκπληρώνει παραπάνω από μία ασυνείδητη λειτουργία, όπως να μειώνει το άγχος, να αποκαθιστά την αυτοεκτίμηση, να εκφράζει μία στάση που δεν είναι αποδεκτή για την οικογένεια, να αποφεύγει πειρασμούς και να επικοινωνεί κάτι στους άλλους.

Κατά συνέπεια, η γυναίκα η οποία παρουσιάζει ανορεξία μπορεί να έχει εμφανίσει αυτό το πρόβλημα εξαιτίας της αλληλεπίδρασης των ακόλουθων παραγόντων: 

 (1) ένα ιστορικό γονεϊκής υπερεπένδυσης στη διατροφή της,
(2) ένα ιστορικό σεξουαλικής κακοποίησης,
(3) μια πρόσφατη απώλεια ή απογοήτευση,
(4) μια αναπτυξιακή πρόκληση η οποία της προκαλεί φόβο,
(5) μια ασυνείδητη σύνδεση της αύξησης βάρους με την εγκυμοσύνη,
(6) μια σειρά εμπειριών όπου ένιωσε ντροπή εξαιτίας της πείνας της ή της ανάγκης της για συναισθηματική στήριξη,
(7) μια αίσθηση ότι έχει παραμεληθεί από την οικογένειά της,
(8) μια εμπειρία στην οποία έγινε αντικείμενο θαυμασμού, επειδή έχασε βάρος και
(9) μια επαναλαμβανόμενη έκθεση σε εικόνες γυναικείων σωμάτων οι οποίες, αν και αποτελούν πρότυπα ομορφιάς, είναι μη ρεαλιστικές.

Η ανορεξία της μπορεί να εκπληρώνει ασυνείδητα για αυτήν τους ακόλουθους στόχους:
(1) να καταφέρει να ελέγχει τον εαυτό της και τους άλλους παρόλες τις προσπάθειες των άλλων να την ελέγξουν,
(2) να μειώσει την ελκυστικότητά της απέναντι σε άντρες οι οποίοι πιθανόν να την παρενοχλήσουν σεξουαλικά,
(3) να εκφράσει θλίψη,
(4) να διατηρήσει μία αίσθηση ότι βρίσκεται ακόμη στην προεφηβεία, δεν έχει έμμηνο ρύση και δεν είναι ενήλικη,
(5) να καθησυχάσει τον εαυτό της ότι δεν είναι έγκυος,
(6) να αποφύγει την κριτική ότι της αρέσουν οι απολαύσεις,
(7) να κερδίσει την προσοχή της οικογένειάς της,
(8) να συλλέξει κομπλιμέντα και
(9) να συμμορφωθεί στα πολιτισμικά πρότυπα ομορφιάς. 

Η τάση των ψυχαναλυτικών θεραπευτών να προτιμούν τις σύνθετες, περιπλεγμένες εξηγήσεις αντί για τις πιο απλές, ίσως να αντανακλά τόσο την κλινική τους εμπειρία όσο και την ιδιοσυγκρασία που τους οδήγησε εξαρχής να ασχοληθούν με αυτό το βαθύ, συναισθηματικά περίπλοκο είδος δουλειάς. 

Είναι, βεβαίως, πιθανόν να μάθουμε αργότερα ότι ορισμένα ψυχολογικά φαινόμενα έχουν μία απλή αιτία, ωστόσο μέχρι τότε, η ψυχαναλυτική προκατάληψη είναι να υποθέτουμε την πολυπλοκότητα.

3. ΤΑΥΤΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΟΜΕΝΟ

Η προϋπόθεση που θέτουν τα ψυχαναλυτικά ινστιτούτα στους υποψηφίους τους να υποβληθούν και οι ίδιοι σε ψυχανάλυση, έχει ως στόχο, εκτός των άλλων, την αύξηση της ικανότητας των θεραπευτών να ταυτιστούν με τα προβλήματα των ασθενών καθώς ανακαλύπτουν παρόμοια θέματα στον εαυτό τους.

Υπάρχει μια προκατάληψη ανάμεσα στους αναλυτές εναντίον της ταξινόμησης των ανθρώπινων «προβλημάτων ζωής» (Szasz, 1961) ως «διαταραχών», χωρίς να λάβουν υπόψη τους τον τρόπο που λειτουργούν σε ένα ψυχολογικά πολυσύνθετο άτομο. 

Όπως έχω αναφέρει και αλλού (McWilliams, 1998), η ψυχοδιαγνωστική, όπως εξασκείται από τους ψυχοδυναμικούς θεραπευτές, είναι ολιστική, πολυδιάστατη και συμπεριλαμβάνει το πλαίσιο της ζωής του ατόμου. Φαινομενικά απλά προβλήματα σπάνια μπορούν να κατανοηθούν σωστά, χωρίς να λάβουν υπόψη τους το άτομο στο οποίο εμφανίζονται. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, ασθενείς που έχουν διαταραχή στον Άξονα Ι «χωρίς να συνυπάρχει κάποια άλλη διαταραχή» πρέπει να είναι από άλλο πλανήτη.

Παρόλο που οι αναλυτικοί θεραπευτές μετά τον Freud έχουν αναγνωρίσει τον ρόλο που παίζει η γενετική, η χημική και η νευρολογική προδιάθεση στην εμφάνιση σοβαρών μορφών ψυχοπαθολογίας, έχουν επίσης διερευνήσει παλαιότερους και σύγχρονους στρεσογόνους παράγοντες, οι οποίοι πιθανόν να λειτουργούν εκλυτικά ώστε αυτές οι τάσεις να εμφανιστούν σαν προβλήματα. 

Yπάρχει μια σιωπηρή ομοφωνία στην ψυχαναλυτική κοινότητα, ότι αν η θεραπεύτρια βρισκόταν κάτω από τις ίδιες ιδιοσυγκρασιακές και περιβαλλοντικές συνθήκες που βρίσκεται τώρα ο ασθενής, θα εμφάνιζε παρόμοια συμπτώματα.

Οι ψυχοδυναμικοί κλινικοί οι οποίοι πασχίζουν να κατανοήσουν τον παρανοϊκό σχιζοφρενή, το άτομο που αυτοτραυματίζεται, την ανορεκτική που πεθαίνει από την πείνα ακόμη και τον σαδιστή ψυχοπαθητικό, αναγνωρίζουν τα ψυχωτικά, τα μεταιχμιακά, τα με ιδεοληπτικό τρόπο προσκολλημένα στο σώμα και τα σαδιστικά κομμάτια του εαυτού τους τόσο λόγω της ιδιοσυγκρασίας τους όσο και της εκπαίδευσής τους. 

Επίσης περιμένουν ότι και τα αντίστοιχα προσωπικά τους θέματα θα ενεργοποιηθούν στη διάρκεια της ψυχοδυναμικής θεραπείας, όταν δουλεύουν με οποιονδήποτε ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη πτυχή της προσωπικότητάς του.


Η τάση των ψυχοδυναμικών θεραπευτών να ταυτίζονται με τους θεραπευόμενους και να αξιοποιούν αυτήν την ταύτιση για μία ολοένα και βαθύτερη ενσυναίσθηση, έρχεται σε αντίθεση με την ευθύνη που νιώθουν οι περισσότεροι βιολογικά προσανατολισμένοι ψυχίατροι και οι ακαδημαϊκοί ψυχολόγοι να αποστασιοποιηθούν απέναντι σε ανθρώπους και προβλήματα. 

O Freud έδωσε το προσωπικό του στίγμα σε αυτό. Όταν οι περισσότεροι γιατροί θεωρούσαν τις γυναίκες με διαταραχές μετατροπής και σωματοποίησης ως ανόητες και υποκρίτριες, ο Freud τις έλαβε σοβαρά υπόψη και προσπάθησε να τις κατανοήσει.

Η περίφημη επιστολή του 1935 προς τη μητέρα ενός ομοφυλόφιλου άντρα (παρατίθεται στο Ε. Jones, 1957, σελ. 195), στην οποία επέμενε ότι η ομοφυλοφυλία «δεν είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να ντρέπεστε, δεν είναι διαστροφή, δεν είναι εξευτελισμός, δεν θα μπορούσε να ταξινομηθεί ως ασθένεια», σίγουρα ήταν εντυπωσιακή λόγω της άρνησής του να τοποθετήσει τους ομοφυλόφιλους σε μία κατώτερη κατηγορία ανθρώπων (ακόμη και αν ο ίδιος, επίσης, θεωρούσε την ομοφυλοφιλία, δυστυχώς για τους μεταγενέστερους, ως μια «καθήλωση της σεξουαλικής ανάπτυξης»). Και μολονότι οι αναφορές του Freud για τους «πρωτόγονους» ακούγονται ιδιαίτερα ρατσιστικές στους σύγχρονους αναγνώστες, το κύριο μήνυμά του ήταν ότι οι πολιτισμένοι άνθρωποι έχουν τόσες ομοιότητες με αυτούς που συνήθως απορρίπτουν ως «πρωτόγονους» που ούτε καν μπορούν να φανταστούν. 

Σε μία ιδιαίτερα σημαντική εργασία, ο Christopher Bollas (1987) έκανε το περίφημο πλέον σχόλιο ότι, «προκειμένου να βρούμε τον ασθενή, θα πρέπει να τον αναζητήσουμε μέσα μας» (σελ. 202). 

Το κύριο «όργανο» που διαθέτουμε στις προσπάθειές μας να κατανοήσουμε τα άτομα που έρχονται σε μας για βοήθεια είναι η ενσυναίσθησή μας και το κύριο «σύστημα μετάδοσης» αυτής της ενσυναίσθησης είμαστε εμείς οι ίδιοι. 

Ανεξάρτητα από το όφελος που προκύπτει από τις πιο διανοητικές πλευρές της κατανόησής μας -τις θεωρίες μας, την έρευνα και τις κλινικές αναφορές- η ικανότητά μας «να πιάνουμε» τον ασθενή (ή ακριβέστερα, να προσεγγίσουμε μια κατανόηση η οποία αναπόφευκτα θα υστερεί ως προς την πληρότητα ή την τέλεια ακρίβεια) και να μεταφέρουμε με ένα χρήσιμο τρόπο την κατανόησή μας σε αυτόν, στηρίζεται κυρίως στις διαισθητικές και συναισθηματικές μας δυνατότητες.

 Μία από τις χρόνιες πηγές τόσο της ευχαρίστησης όσο και της κούρασης στην ψυχοδυναμική θεραπεία, είναι η συνεχής εναλλαγή της συναισθηματικής μας σχέσης με τον ασθενή, από τη μία να προσπαθούμε να βυθιστούμε στον υποκειμενικό του κόσμο και από την άλλη να προσπαθούμε να βγούμε για να συλλογιστούμε την εμπειρία της κατάδυσης. 

4. ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Στενά συνδεδεμένη με την ταύτιση και την ενσυναίσθηση είναι η υπόθεση ότι η υποκειμενικότητα, εκτός από το ότι ούτε κατά διάνοια είναι εχθρός της αλήθειας, μπορεί να οδηγήσει σε μια πληρέστερη κατανόηση των ψυχολογικών φαινομένων από ό,τι η αντικειμενικότητα από μόνη της. 

Αρκετοί ψυχαναλυτικοί συγγραφείς (Kohut, 1959. Stolorow & Atwood, 1992) όρισαν την ψυχανάλυση ως την επιστήμη στην οποία η διαρκής ενσυναισθητική διερεύνηση συνιστά τον πρωταρχικό τρόπο παρατήρησης. 

Οι κίνδυνοι της υποκειμενικότητας είναι γνωστοί: 

Εύκολα διαστρεβλώνουμε την πραγματικότητα προκειμένου να εξυπηρετήσουμε τις προσωπικές μας ανάγκες· 

όλοι περιοριζόμαστε από την προσωπική μας προϊστορία, τις υποθέσεις και τα όριά μας· 

δεν γίνεται να κατασκευάσουμε μία συσσωρευτική επιστήμη χωρίς αντικειμενικά κριτήρια αξιοπιστίας και εγκυρότητας. 

Ωστόσο, και η αντικειμενικότητα έχει τα δικά της προβλήματα. 

Στην προσπάθειά τους για αντικειμενικότητα, οι ερευνητές αγνοούν δεδομένα που δεν μπορούν να τα προσδιορίσουν λειτουργικά, να τα χειριστούν ή να τα μελετήσουν μέσω των ερευνητικά ελεγχόμενων κλινικών δοκιμών που· τεμαχίζουν τα σύνθετα, αλληλένδετα ζητήματα για να τα καταστήσουν εμπειρικά διερευνήσιμα· 

είναι γνωστό ότι είναι μεθοδολογικά αυστηροί, αλλά ουσιαστικά κενοί.

Η επικοινωνία μητέρας-βρέφους

Ανάμεσα στο βρέφος και τον γονιό τον πρώτο χρόνο, υπάρχει ένας χορός επικοινωνίας ανάμεσα στα δύο δεξιά εγκεφαλικά ημισφαίρια, ο οποίος είναι απαραίτητος για την καλύτερη νευρολογική ανάπτυξη και την επίτευξη μίας ασφαλούς προσκόλλησης, της ανοχής των συναισθημάτων και της συναισθηματικής ρύθμισης (Goldstein & Thau, 2003). Η προσεκτικά διερευνημένη συναισθηματική εμπειρία ενός πειθαρχημένου κλινικού μπορεί να αποκαλύψει πολλά για αυτά που επικοινωνεί ο ασθενής μέσω των εκφράσεων του προσώπου, της γλώσσας του σώματος και του τόνου της φωνής. 

Πριν από μερικά χρόνια, ένας άνδρας τράβηξε την προσοχή των νευρολόγων λόγω ενός τραυματισμού στους μετωπιαίους λοβούς που είχε ως αποτέλεσμα να μη νιώθει κανένα συναίσθημα. Από την πλευρά της ψυχοφυσιολογίας, θα μπορούσε να αποτελέσει το πρότυπο για τον «λογικό άνθρωπο» που είχε τόσο εξιδανικευτεί από τους φιλοσόφους τους Διαφωτισμού και από πολλούς σύγχρονους ερευνητές έναν πραγματικό Data ή Mr. Spock (της πιο πρόσφατης και της παλαιότερης σειράς Star Trek αντίστοιχα). Η λήψη όλων των αποφάσεων υπαγορευόταν από το νου και τη λογική και όχι από συναισθηματικές διαδικασίες όπως τη συμπόνια, το συναίσθημα και τη διαίσθηση. 

Ωστόσο, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στις αποφάσεις αυτού του άνδρα ήταν το πόσο συχνά παράξενες και κάποιες φορές ολοφάνερα αυτοηττώμενες ήταν.

 Χωρίς συναισθήματα, έμοιαζε ανίκανος να κατανοήσει το πλήρες νόημα των επιλογών του. Αντί να έχει απελευθερωθεί με θαυμαστό τρόπο από τους πρωτόγονους μολυσματικούς παράγοντες, οι οποίοι υποτίθεται ότι διαφθείρουν την κρίση, είχε σακατευτεί από την απουσία των ευαισθησιών που μας βοηθούν να έχουμε καλή κρίση. 

Αυτός ο άντρας ήταν δικαστής· μετά τον τραυματισμό του παραιτήθηκε από την έδρα, διότι κατάλαβε ότι για να απονείμει δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι ικανός να νιώσει συμπόνια για τα ποικίλα ανθρώπινα κίνητρα. 

Ο Freud αντιλήφθηκε αρκετά νωρίς ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη διανοητική και τη συναισθηματική ενόραση. Δηλαδή, μπορεί να «γνωρίζουμε» κάτι γνωστικά και παρόλα αυτά να μην το γνωρίζουμε καθόλου. Για να αλλάξουμε, θα πρέπει να αξιολογήσουμε την κατάστασή μας με έναν τρόπο που βιώνεται ως σπλαχνικός, σε αντιδιαστολή με τον εγκεφαλικό. 

Μετά τον Freud, την ίδια ανακάλυψη έκαναν κατ’ επανάληψη οι ψυχοδυναμικοί, οι υπαρξιακοί και οι ανθρωπιστές θεραπευτές (βλέπε, για παράδειγμα, Appelbaum, 2000. Hammer, 1990. Maroda, 1999). 

Ο Drew Westen (προσωπική επικοινωνία, 10 Μαίου, 2002) φαίνεται να έχει δίκιο ότι καθώς το γνωστικό-συμπεριφορικό κίνημα ωριμάζει, θα πρέπει να περιμένουμε ότι οι επαγγελματίες του κλάδου θα αρχίσουν να αυτοαποκαλούνται «γνωστικοί-συναισθηματικοί-συμπεριφορικοί» κλινικοί, επειδή θα είναι αδύνατον να αγνοήσουν αυτό το φαινόμενο. 

Η εμπειρία δείχνει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να αποχωριστούν, να εξατομικευτούν και να συμφιλιωθούν με το παρελθόν, αν πρώτα δεν περάσουν από μια περίοδο θυμού, ακόμη και μίσους, προς το άτομο ή την οικογένεια ή την κοινωνία ή την ιδεολογία από την επιρροή των οποίων προσπαθούν να αποκολληθούν. 

Όταν απουσιάζει από τις θεραπεύτριες η ικανότητα για μια υποκειμενική εκτίμηση του συναισθηματικού κόσμου των θεραπευόμενων, το αποτέλεσμα είναι μία τεράστια απώλεια πληροφοριών και ένας σημαντικός περιορισμός της κλινικής αποτελεσματικότητας. 

Εν τω μεταξύ, το υποκειμενικό βύθισμα των θεραπευτών, τόσο εκούσια όσο και ακούσια, στα λεκτικά και μη λεκτικά συναισθήματα των θεραπευόμενων παραμένει μία από τις πιο σημαντικές πηγές πληροφόρησης που έχουμε για το «τι δεν πάει καλά» με ένα άτομο, πώς αυτό βιώνει ότι κάτι δεν πάει καλά, τι μπορεί να δημιούργησε το πρόβλημα και ποιες συναισθηματικές διαδικασίες είναι απαραίτητες προκειμένου να ξεπεραστεί αυτή η δυσκολία στην ψυχοδυναμική θεραπεία. 

Η έλξη προς τα έντονα συναισθήματα

Παλαιότερα, κατά την περίοδο όπου η ψυχανάλυση έφερε το φωτοστέφανο του ιατρικού γοήτρου, πολλοί αναλυτές ήταν υπερβολικά διανοητικοποιημένοι και σχετικά αδιαπέραστοι από τα ισχυρά συναισθήματα, ωστόσο τις τελευταίες δεκαετίες αυτό το είδος του επαγγελματία έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη θεραπευτική σκηνή. 

Αντίθετα, μέρος της ψυχαναλυτικής ιδιοσυγκρασίας εμπεριέχει την έλξη ή την απόλαυση προς τα έντονα συναισθήματα ή την αδυναμία καταστολής του έντονου συναισθήματος. Φαίνεται να υπάρχουν χαρακτηριστικές ατομικές διαφορές ως προς το κατά πόσο ένα άτομο αναζητά και υποδέχεται το βίωμα έντονων συναισθημάτων ή αντίθετα, προτιμά να αντισταθεί και να καταπνίξει τα πιο παράφορα κομμάτια του εαυτού. 

Έχω παρατηρήσει ότι οι μεταπτυχιακοί φοιτητές στο Rutgers, οι οποίοι έλκονται ενστικτωδώς από τις ψυχαναλυτικές ιδέες, συνήθως ασχολούνται με τις τέχνες: την ποίηση, τη μουσική, το θέατρο, τα χορό και άλλους παρόμοιους πόλους έλξης έντονων συναισθημάτων. Μία από τις φοιτήτριές μου χαρακτήρισε τον εαυτό της ως «συναισθηματικά τοξικομανή». 

Σε συμφωνία με τα προηγούμενα, έχω ακούσει αρκετούς συναδέλφους με αυτήν την ιδιοσυγκρασία να κάνουν σχόλια του τύπου ότι είναι «ακατάλληλοι» να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο εκτός από την ψυχανάλυση.

5. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΣΗΣ

Οι ψυχοδυναμικοί κλινικοί κατανοούν ότι η ατομική ψυχοσύνθεση και η ψυχοπαθολογία καθορίζονται από τις σύνθετες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα βιώματα, την ιδιοσυγκρασία και τις φυσιολογικές αναπτυξιακές προκλήσεις του ατόμου. Θεωρούν την ψυχοδυναμική θεραπεία ως την ευκαιρία που έχει ένα νέο πρόσωπο, η θεραπεύτρια, να διευκολύνει μια θετική διαδικασία ωρίμανσης, η οποία εκτυλίσσεται αβίαστα σε μια ατμόσφαιρα ασφάλειας και ειλικρίνειας. 

Αν και οι περισσότεροι της γενιάς τους θεώρησαν τον John Bowlby, ο οποίος πρωτοστάτησε στην εμπειρική μελέτη της προσκόλλησης στα παιδιά και την Margaret Mahler, η οποία ανέπτυξε την έννοια του αποχωρισμού από μια πρώιμη συμβίωση, ως ύποπτα αποκλίνοντες από το φροϋδικό θεωρητικό μοντέλο, το έργο τους άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στην ψυχοδυναμική θεραπεία από εκείνη των επικριτών τους. 

Οι προσπάθειές τους να μελετήσουν τις ανθρώπινες σχέσεις μέσω της παρατήρησης γονέα-βρέφους ενέπνευσαν σημαντικές εμπειρικές και θεωρητικές προσπάθειες με γόνιμες επιπτώσεις στην ψυχοθεραπεία (βλέπε, Fonagy, Gergely, Jurist, & Target, 2002. Greenspan, 1996). 

Για παράδειγμα, η άποψη του Bowlby ότι υπάρχει μια εξελικτική βάση για την προσκόλληση, εφόσον η προσκόλληση λειτουργεί ως ρυθμιστής του συναισθήματος και ως ασφαλής βάση από την οποία εξερευνούμε τον κόσμο, οδήγησε τους κλινικούς στην αναγνώριση της αξίας της θεραπευτικής σχέσης καθαυτής, που είναι μεγαλύτερη από τις όποιες ερμηνείες επιχειρούνται από τον θεραπευτή. 

Καθώς μαθαίνουμε περισσότερα για τη διαπροσωπική προσκόλληση, καταλαβαίνουμε καλύτερα τους λόγους για τους οποίους η στενή συναισθηματική σύνδεση ανάμεσα στη θεραπεύτρια και τη θεραπευόμενη έχει αποδειχθεί να είναι τόσο σημαντική για τη θεραπεία (βλέπε, για παράδειγμα, Meissner, 1991). Όντως, η συμμαχία ανάμεσα στη θεραπευόμενη και τη θεραπεύτρια έχει μεγαλύτερη επίδραση στο θεραπευτικό αποτέλεσμα από οποιαδήποτε άλλη πτυχή της ψυχοδυναμικής θεραπείας έχει διερευνηθεί μέχρι σήμερα (βλέπε Safran & Muran, 2000). 

Αν και οι αναλυτικές θεραπεύτριες ελπίζουν ότι τελικά θα ενδοβληθούν από τους θεραπευόμενους ως «νέα αντικείμενα» -δηλαδή ως εσωτερικές φωνές που διαφέρουν σημαντικά από εκείνα τα άτομα, τα οποία οι θεραπευόμενοι πιστεύουν ότι τους έχουν βλάψει- αναγνωρίζουν παράλληλα το γεγονός ότι αναπόφευκτα θα βιωθούν όπως τα παλαιά αντικείμενα του θεραπευόμενου εξαιτίας της εμμονής και της ανθεκτικότητας των ασυνείδητων πεποιθήσεων. 

Πολλοί αναλυτές εντυπωσιάστηκαν από τη σοφία της παρατήρησης του Jay Greenberg (1986) ότι εάν ο θεραπευτής δεν βιωθεί ως ένα νέο, καλό αντικείμενο αγάπης, η θεραπεία μπορεί ποτέ να μην αρχίσει, εάν όμως ο θεραπευτής δεν βιωθεί ως ένα παλαιό, κακό αντικείμενο, η θεραπεία μπορεί ποτέ να μην τελειώσει.

Επομένως, είναι αναμενόμενο ότι θα χρειαστεί να απορροφήσουμε τα ισχυρά αρνητικά συναισθήματα που σχετίζονται με οδυνηρές πρώιμες εμπειρίες και να βοηθήσουμε τον θεραπευόμενο να κατανοήσει τέτοιες αντιδράσεις, προκειμένου να τις ξεπεράσει και να μάθει κάτι καινούργιο το οποίο θα διεισδύσει στο επίπεδο των ασυνείδητων σχημάτων του. 

Οι Young-Breuhl και Bethelard (2000) αναφέρονται στην «πολυαγαπημένη φροντίδα», την αίσθηση δηλαδή ότι υπάρχει ένα αφοσιωμένο πρόσωπο που μας φροντίζει ιδιαίτερα και με αγάπη, σαν τον κατ’ εξοχή παράγοντα που δημιουργεί την πιθανότητα και τη θέληση για αλλαγή. 

Πολλοί ψυχαναλυτές, ξεκινώντας από τον Freud, έχουν αποδώσει στην αγάπη τον σημαντικότερο ρόλο στην ψυχοθεραπευτική θεραπεία, ακόμη και αν αυτό που εννοούμε ως αγάπη θυμίζει περισσότερο τον ελληνικό όρο αγάπη ή τον ιαπωνικό amae (βλέπε Doi, 1989) από ό,τι η ρομαντική αγάπη η οποία αναγνωρίζεται πιο συχνά στην κουλτούρα μας. Είναι περίεργο που τόσο πολλοί άνθρωποι θεωρούν την ψυχοδυναμική θεραπεία ως μία ατέρμονη, διανοητική αναβίωση των εμπειριών της παιδικής ηλικίας, τη στιγμή που μία από τις κεντρικές υποθέσεις της είναι η πρωτόγονη συναισθηματική ισχύς της εδώ-και-τώρα θεραπευτικής σχέσης. 

7. Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Ήμουν αμφιθυμική για το αν θα έπρεπε να γράψω για τον ρόλο της πίστης στην ψυχοδυναμική θεραπεία, από φόβο μήπως προσβάλλω τους αναγνώστες οι οποίοι δεν αισθάνονται άνετα με έναν όρο που έχει τόσο βαθιές ρίζες στον θρησκευτικό και θεολογικό λόγο. 

Τελικά, η «πίστη» φαίνεται να είναι ο μόνος ακριβής όρος για τη στάση που προσπαθώ να αποκρυσταλλώσω εδώ (βλέπε Fowler, 1981) παρά το γεγονός ότι πολλοί αναλυτικοί επαγγελματίες που αναφέρονται στη θεραπευτική πίστη δεν είναι θεϊστές. Είναι γεγονός ότι η θρησκευτική γλώσσα συλλαμβάνει ορισμένες διαστάσεις της εμπειρίας τις οποίες η κοσμική γλώσσα αδυνατεί. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Freud, αν και άθεος ορθολογιστής, επέλεξε τον όρο psyche, που αποδίδεται καλύτερα ως ψυχή, στη θεωρία του για την ψυχολογική εμπειρία (βλέπε Bettelheim, 1983), αντί να αναφερθεί στο «νου» ή τον «εγκέφαλο». Για αυτόν τον λόγο χρησιμοποιώ τον όρο σκόπιμα, ζητώντας ακόμα και από εκείνους τους αναγνώστες που δεν τρέφουν καμία συμπάθεια για το πνευματικό να αναλογιστούν ότι προσκαλούμε τους ασθενείς μας να πιστέψουν στη θεραπεία, ενώ εμείς κατά κανόνα τους δείχνουμε ότι μπορούμε να διατηρήσουμε αυτήν την πίστη.

Αυτό που εννοώ με τον όρο πίστη είναι μία σπλαχνική εμπιστοσύνη σε μία διαδικασία, παρά τις αναπόφευκτες στιγμές σκεπτικισμού, σύγχυσης, αμφιβολίας, ακόμη και απόγνωσης. Η αναλυτική θεραπεία, όπως επεσήμανε ο Lichtenberg (1998) και άλλοι, διαθέτει ένα είδος αυτορρυθμιστικού μηχανισμού που οδηγεί προς την αυθεντικότητα. 

Οι αναλύτριες έχουν πίστη στο θεραπευτικό έργο, επειδή το έχουν βιώσει οι ίδιες. Προσεγγίζουν το κλινικό υλικό με μία στάση παρόμοια με την «αναμένουσα προσδοκία» των Κουακέρων. Είναι απρόθυμες να κάνουν προβλέψεις για το πού ακριβώς θα κατευθυνθεί το θεραπευτικό ταξίδι με οποιοδήποτε άτομο, όμως το εμπιστεύονται ότι θα τους οδηγήσει τελικά σε περιοχές όπου θα ενδυναμωθεί η αίσθηση ειλικρίνειας του πελάτη, η αίσθηση της αυτενέργειας, η συνοχή του εαυτού, η αυτοεκτίμηση, η συναισθηματική ανοχή και η ικανότητα για ικανοποιητικές σχέσεις. 

Σε αυτήν τη διαδικασία, οι θεραπεύτριες διαπιστώνουν ότι τα συγκεκριμένα προβλήματα για τα οποία ένα άτομο αναζήτησε ψυχοδυναμική θεραπεία (για παράδειγμα, άγχος ή κατάθλιψη ή διαταραχή διατροφής) θα εξαφανιστούν ή θα περιοριστούν σημαντικά. 

Πολύ συχνά, το είδος της αλλαγής που η θεραπευόμενη οραματίστηκε αρχικά δεν είναι αυτό που επιτελείται, επειδή αυτό που τελικά συμβαίνει είναι κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί εξαρχής. 

Μια γυναίκα μπορεί να αρχίσει ψυχοδυναμική θεραπεία για να βρει τρόπους να ανακουφίσει την κατάθλιψή της και αντί για αυτό μαθαίνει τελικά να εκφράζει συναισθήματα ανείπωτα μέχρι πρότινος, να υποστηρίζει τον εαυτό της μέσα σε σχέσεις, να αναγνωρίζει τις συνθήκες που την οδηγούν σε κατάθλιψη, να κατανοεί τις συνδέσεις ανάμεσα σε εκείνες τις συνθήκες και τη μοναδική της ιστορία, να αναγνωρίζει την τάση της να κατηγορεί τον εαυτό της για πράγματα που είναι εκτός του ελέγχου της, να αναλαμβάνει τον έλεγχο σε συνθήκες που μέχρι πρότινος ήταν απρόσβλητες από τη δική της επιρροή και να καθησυχάζει τον εαυτό της αντί να τον επιπλήττει, όταν είναι αναστατωμένη. 

Καθώς εξελίσσεται η θεραπευτική διαδικασία, βαθμιαία εξαφανίζονται όλα τα νευροφυτικά, συναισθηματικά και γνωστικά συμπτώματα της καταθλιπτικής διαταραχής. Αλλά το σημαντικότερο, μολονότι και πριν την ψυχοδυναμική θεραπεία απολάμβανε μεγάλες χρονικές περιόδους χωρίς κατάθλιψη και κατά συνέπεια μπορούσε να φανταστεί μία βελτιωμένη κατάσταση, δεν θα μπορούσε, ωστόσο, ποτέ να φανταστεί το βάθος του αυθεντικού συναισθήματος, το οποίο τώρα αποτελεί ένα σταθερό χαρακτηριστικό του συναισθηματικού της τοπίου. 

Η πίστη του θεραπευτή δεν συνδέεται με ένα συγκεκριμένο αναμενόμενο αποτέλεσμα, αλλά με την πεποίθηση ότι εάν δύο άνθρωποι ενσυνείδητα ξεκινήσουν μία συγκεκριμένη προσπάθεια, η φυσική διαδικασία ανάπτυξης που είχε ανασταλεί από τις δυσκολίες στη ζωή του ασθενή θα απεγκλωβιστεί και θα ακολουθήσει τη δική της αυτοθεραπευτική λογική. Αυτό το είδος της πίστης προϋποθέτει ότι η προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας που εμπεριέχεται στα βιώματά μας, έχει από μόνη της θεραπευτική αξία. 

9 κομβικά σημεία για μια επιτυχημένη ψυχοδυναμική συνέντευξη

Προσαρμογή από το βιβλίο της Nancy McWilliams “Ψυχαναλυτική Διατύπωση Περίπτωσης”

1. Επικοινωνούμε τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πρόβλημα του θεραπευόμενου

Όταν οι άνθρωποι επισκέπτονται μια θεραπεύτρια, συνήθως φοβούνται ότι θα υποστούν κριτική, θα τους παρεξηγήσουν ή θα τους συμπεριφερθούν με ανεπαίσθητη επαγγελματική περιφρόνηση. Συχνά, αντιμετωπίζουν τα συμπτώματά τους με αμηχανία και ντροπή, θεωρώντας τα ως αποδεικτικά στοιχεία μιας συγκεχυμένης τρέλας που δεν βγάζει νόημα. Ένα από τα πρώτα πράγματα που επιχειρώ να μεταδώσω στις θεραπευόμενες είναι ότι τα προβλήματά τους δεν είναι ακατανόητα.

Η πρώτη συνεδρία δεν είναι o κατάλληλος χρόνος για σίγουρες, λεπτομερείς ερμηνείες, αλλά συχνά, είναι πολύ βοηθητικό για τη θεραπευόμενη, εάν η θεραπεύτρια της πει κάτι όπως «Μπορώ να διακρίνω γιατί, με βάση αυτά που είπατε για τον πατέρα σας, η κατάσταση με το αφεντικό σας ήταν τόσο δύσκολη για σας» ή «Παρατηρώ ότι έχουν περάσει ακριβώς δέκα χρόνια από τον θάνατο του συζύγου σας, έτσι, είναι πιθανόν η κατάθλιψή σας να αποτελεί μια επετειακή αντίδραση» ή «Αυτές οι σκέψεις που σας τριβελίζουν το μυαλό είναι συνηθισμένο επακόλουθο ενός τραύματος».

Όταν κάνω δηλώσεις όπως αυτές σε μια αρχική συνάντηση, τις κάνω δοκιμαστικά, σαν να εφαρμόζω τις γνώσεις μου διερευνητικά και προσκαλώ τη θεραπευόμενη να μου πει εάν έχω δίκιο ή όχι. Όσο πιο διαταραγμένο είναι ένα άτομο, τόσο πιο σημαντική είναι αυτή η πτυχή της επαφής. Πολύ συχνά, άτομα που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα έλαβαν μόνον την πληροφορία πως έχουν μια «χημική ανισορροπία» ή ένα «γενετικό ελάττωμα», χωρίς παράλληλα να αναφερθεί ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που υποφέρουν τη δεδομένη στιγμή και πιθανότατα να βοηθηθούν πολύ από την ψυχοθεραπεία.

Έρχονται στην ψυχοθεραπεύτρια με το αίσθημα ότι είναι προβληματικοί και εκπλήσσονται όταν μαθαίνουν ότι υπάρχουν τρόποι προσέγγισης για τα όσα έχουν περάσει που κάνουν την ψυχοπαθολογία τους κατανοητή σε ένα άλλο άτομο. 

2. Μεταδίδουμε το αίσθημα της ελπίδας

Τα άτομα που εκφράζουν τη βεβαιότητα ότι θα βοηθηθούν από έναν θεραπευτή, είναι μάλλον λίγα. Οι περισσότεροι έρχονται στη θεραπεία έχοντας δοκιμάσει όλων των λογιών τις προσεγγίσεις για να αντιμετωπίσουν τις ψυχολογικές τους δυσκολίες, από την άρνηση μέχρι τη δύναμη της θέλησης, τα βιβλία αυτοβοήθειας και τα φυτικά γιατρικά, χωρίς τίποτα να έχει επιτύχει.

Η θεραπεία αποτελεί συνήθως ένα τελευταίο καταφύγιο, στο οποίο έρχονται με αξιοσημείωτη αποθάρρυνση και κυνισμό. Και παρόλο τον σεβασμό που τρέφω για το επάγγελμά μας, νομίζω πως θα ήταν αυταπάτη να πιστεύουμε πως γενικά ο κόσμος έχει θετική γνώμη για τους ειδικούς ψυχικής υγείας. Η άποψη που επικρατεί ευρέως για τους ψυχοθεραπευτές –και όχι χωρίς λόγο– είναι ότι πρόκειται για άτομα με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, που αισθάνονται καλύτερα να υπενθυμίζουν στον εαυτό τους πως και οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι το ίδιο τρελοί.

Κατά συνέπεια, πολλοί από εκείνους που ξεκινούν θεραπεία τηρούν ιδιαίτερα επιφυλακτική στάση σχετικά με το τι μπορούμε να τους προσφέρουμε. Παρόλα αυτά, από τη στιγμή που θα χτυπήσουν την πόρτα ενός θεραπευτή και τον κρίνουν ως ένα φαινομενικά λογικό και ικανό ανθρώπινο πλάσμα, είναι δυνατόν να ανακτήσουν λίγη αισιοδοξία.

Ορισμένες φορές, ένας καινούργιος θεραπευόμενος αισθάνεται μια ευχάριστη έκπληξη, εάν η θεραπεύτρια απλά του πει: «Νομίζω ότι μπορώ να σας βοηθήσω». Προσωπικά, συνήθως το λέω αυτό και το εννοώ προς το τέλος της πρώτης συνέντευξης, από τη στιγμή που έχω καταφέρει να κατανοήσω προκαταρκτικά το άτομο. Άλλες παραλλαγές αυτής της δήλωσης είναι: «Το πρόβλημά σας είναι μακροχρόνιο και εδραιωμένο. Νομίζω ότι μπορώ να σας βοηθήσω να κάνετε κάποια πρόοδο, αλλά θα πάρει πολύ καιρό» ή «Νομίζω ότι μπορώ να σας βοηθήσω, αλλά μόνον εάν και εσείς αντιμετωπίσετε την εξάρτησή σας άμεσα, πηγαίνοντας στους Ανώνυμους Αλκοολικούς ή σε ένα άλλο πρόγραμμα το οποίο έχει κάποια επιτυχία στο να βοηθάει τους ανθρώπους να σταματούν τη χρήση ουσιών» ή «Νομίζω ότι μπορώ να σας βοηθήσω να κατανοήσετε και να αντιμετωπίσετε αυτά τα μακροχρόνια προβλήματα με τους συνανθρώπους σας που αποτελούν συνέπειες των φοβιών που έχετε, αλλά, εάν θέλετε να ανακουφιστείτε άμεσα από αυτές τις τρομακτικές κρίσεις, θα μπορούσατε ίσως να απευθυνθείτε πρώτα ή ταυτόχρονα σε κάποιον συνάδελφό μου που ειδικεύεται στη βραχυπρόθεσμη θεραπεία των φοβικών αντιδράσεων» ή «Είμαι σίγουρη ότι μπορώ να σας βοηθήσω αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα επισκεφτείτε επίσης κάποιον ψυχίατρο, προκειμένου να πάρετε φάρμακα για τη διαταραχή της διάθεσης που αντιμετωπίζετε» ή «Μπορώ να δω ότι πραγματικά δεν έχετε καμιά ελπίδα πως κάτι μπορεί να αλλάξει και έρχεστε σε μένα παρά την αίσθηση της ματαιότητας που βιώνετε. Υποθέτω πως για αρκετό καιρό θα χρειαστεί να στηρίξω εγώ αυτήν την ελπίδα και για τους δυο μας».

3. Αξιολογούμε τις αντιδράσεις των θεραπευόμενων στις δοκιμαστικές διατυπώσεις του θεραπευτή

Ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο αντιδρά στην προσπάθειά μου να του εκφράσω μια προκαταρκτική κατανόηση των προβλημάτων που μου έχει μεταφέρει, αποτελεί έναν καλό δείκτη για τον τρόπο με τον οποίο θα εργαστεί στη θεραπεία. Μερικά άτομα συμμορφώνονται αμέσως, ενώ άλλα εναντιώνονται αμέσως, ορισμένα άτομα αισθάνονται ότι υφίστανται κριτική, ενώ άλλα αισθάνονται ότι ο θεραπευτής τους έχει εκφράσει μια βαθιά ενσυναίσθηση.

Ορισμένοι θεραπευόμενοι δεν μπορούν να δεχθούν οποιαδήποτε ερμηνεία, επειδή αισθάνονται σαν να τους ταπεινώνει ο θεραπευτής, αποδεικνύοντάς τους ότι είναι ανώτερος επειδή έχει περισσότερες γνώσεις. Άλλοι αισθάνονται πως, εάν το μόνο που έχει να κάνει ο θεραπευτής τους είναι ενσυναισθητικές αντανακλάσεις, τότε δεν θα άλλαζε τίποτε εάν μιλούσαν σε ένα λούτρινο ζώο αντί για τον θεραπευτή.

Κάθε άτομο διαφέρει στο πόσα μπορεί να δεχτεί από έναν θεραπευτή. Όταν υποβαλλόμουν σε ψυχαναλυτική θεραπεία, ήταν σημαντικό για μένα να σκέφτομαι οτιδήποτε μπορούσα μόνη μου. Μια τέτοια στάση από μέρους μου αντανακλούσε τη μάλλον αντιεξαρτητική μου προσωπικότητα. Είχα ανάγκη από την παρουσία του ψυχαναλυτή και τα στοιχεία από τις μεταβιβαστικές αντιδράσεις μου αλλά, ιδιαίτερα στις πρώτες φάσεις της θεραπείας μου, προτιμούσα την αίσθηση της ανακάλυψης από την κατάσταση στην οποία απλώς θα επιβεβαίωνα ή δεν θα επιβεβαίωνα την ερμηνεία κάποιου άλλου.

Έτσι, η σιωπή και η πειθαρχία που χαρακτήριζαν ένα πολύ κλασικό είδος ψυχανάλυσης ήταν ιδανικά για μένα. Όταν ξεκίνησα να εργάζομαι ως ψυχαναλύτρια, μου έκανε κατάπληξη το ότι οι περισσότεροι ήθελαν από εμένα μεγαλύτερη συμμετοχή από αυτήν που επιθυμούσα εγώ από τον θεραπευτή μου. Στην πραγματικότητα, βίωναν εγκατάλειψη όταν τους ενθάρρυνα να προσπαθήσουν να κατανοήσουν μόνοι τους ορισμένα πράγματα. Σε μια αρχική συνεδρία, μια θεραπεύτρια χρειάζεται να σχηματίσει μια ιδέα για το πώς θα γίνονται αποδεκτές οι ερμηνείες της, έτσι ώστε να προσαρμόσει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνεί στις ιδιαίτερες ανάγκες των θεραπευόμενων.

4. Προσκαλούμε την ανατροφοδότηση των θεραπευόμενων προς τη θεραπεύτρια

Το ερώτημα που απευθύνω σε έναν υποψήφιο θεραπευόμενο για το πώς αισθάνεται όταν μου μιλάει, πέρα από τον σαφή στόχο να αποφασίσουμε εάν θα δουλέψουμε μαζί ή όχι, σκοπεύει να μεταδώσει το μήνυμα ότι ενδιαφέρομαι για τον τρόπο που βιώνει τη σχέση μας. Το ερώτημα αυτό ανοίγει την πόρτα σε λανθάνοντα προβλήματα μεταβίβασης, τα οποία δεν είναι ακόμη εμφανή (για παράδειγμα, «Αισθάνομαι αρκετά άνετα, πράγμα που είναι παράξενο, επειδή θεωρούσα ότι θα ήταν δύσκολο να μιλήσω σε μια γυναίκα σε θέση εξουσίας σχετικά με αυτό»). Και, επίσης, ενημερώνει τον θεραπευόμενο σχετικά με τη συνεργατική φύση της θεραπείας. 

Κατά τη δική μου άποψη, παρά τις ανάγκες μεταβίβασης του ασθενή και τις ναρκισσιστικές ανάγκες του κλινικού, μια θεραπευτική σχέση είναι ουσιαστικά αμοιβαία –τουλάχιστον σε ένα πλαίσιο ιδιωτικής πρακτικής, στο οποίο υπάρχει η αυτονομία τόσο της θεραπεύτριας όσο και του θεραπευόμενου. Ο θεραπευόμενος φροντίζει για εμένα πληρώνοντας την αμοιβή μου. Εγώ φροντίζω τον θεραπευόμενο προσπαθώντας να τον κατανοήσω και να τον βοηθήσω. Αντίθετα με τους φίλους, τους συγγενείς και άλλους που μπορεί να έχουν επιχειρήσει να βοηθήσουν τον πελάτη μέχρι τότε, δεν προσδοκώ να λάβω σε αντάλλαγμα συναισθηματική υποστήριξη. Επομένως, η ψυχοδυναμική θεραπεία δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο μια «πληρωμένη φιλία», παρά τα όσα έχουν διατυπωθεί από ορισμένους κριτικούς της θεραπείας (για παράδειγμα, Schofield, 1986).

Στη φιλία υπάρχει αμοιβαιότητα στο γεγονός ότι και τα δύο μέρη κάνουν προσωπικές αποκαλύψεις και τα δύο μέρη φροντίζουν ο ένας τον άλλον συναισθηματικά και τα δύο μέρη φροντίζονται από τον άλλον. Η αμοιβαιότητα στην ψυχοθεραπεία βασίζεται στην ανταλλαγή της οικονομικής στήριξης με τη συναισθηματική στήριξη και την εξειδικευμένη γνώση, ένας διακανονισμός που χαρακτηρίζεται από ανθρώπινη ισότητα αλλά από την οποία απουσιάζει η δομική ισοδυναμία.

5. Προσκαλούμε τους θεραπευόμενους να θέσουν ερωτήσεις

Στο τέλος μιας αρχικής συνεδρίας, πάντοτε ρωτάω εάν ο θεραπευόμενος θέλει να μου θέσει κάποιες ερωτήσεις. Οι περισσότεροι από τους μισούς που έρχονται στο γραφείο μου αναφέρουν ότι σε αυτό το σημείο δεν έχουν κάτι να ρωτήσουν. Αισθάνονται καλά από την επαφή τους μαζί μου και ανυπομονούν να συνεργαστούμε. Ορισμένοι, είτε επειδή γνωρίζουν αρκετά πράγματα για τη θεραπεία ή από καλή φυσική διαίσθηση, δεν θέλουν να γνωρίζουν τίποτα για μένα επειδή ενδιαφέρονται για αυτά που θα προβάλλουν οι ίδιοι πάνω μου.

Ορισμένοι έχουν κάτι πολύ συγκεκριμένο που θέλουν να ξεκαθαρίσουν, όπως: Ποιος είναι ο προσανατολισμός μου; Από πού πήρα την εκπαίδευσή μου; Έχω κάνει προσωπική θεραπεία; Έχω παιδιά; Έχω σχέδια να μετακομίσω ή να παραιτηθώ; Έχω καλή υγεία; Ποιες είναι οι θρησκευτικές μου πεποιθήσεις; Τι σκέφτομαι για τους βαθιά θρησκευόμενους ανθρώπους; Πιστεύω ότι θα μπορούσα να δουλέψω χωρίς προκατάληψη με κάποιον που ανήκει σε μειονότητα με άλλον σεξουαλικό προσανατολισμό; Έχω ειδικευτεί στην αντιμετώπιση του τραύματος;

Απαντώ σε τέτοιες ερωτήσεις με αμεσότητα και συντομία. Αισθάνομαι ότι είναι βασικό δικαίωμα του καταναλωτή να πάρει απαντήσεις σε ερωτήσεις που αποτελούν μια συνθήκη για να προσλάβει κάποιον. Μολονότι είναι αλήθεια ότι τέτοιες απορίες πάντοτε παραπέμπουν σε βαθύτερα ζητήματα που μπορούν να διερευνηθούν γόνιμα, η αρχική συνάντηση δεν φαίνεται να είναι ο πλέον κατάλληλος χρόνος για να γίνει κάτι τέτοιο. Τα δύο μέρη διαπραγματεύονται ακόμη τους όρους της θεραπείας. Ο εργοδότης (ο ασθενής) δεν έχει ακόμη παραχωρήσει στη θεραπεύτρια την εξουσία να αρχίσει να κάνει ερμηνείες.

Οτιδήποτε σημαντικό στην ψυχολογία του θεραπευόμενου θα εμφανιστεί πολλές φορές στη μεταβίβαση, ανεξάρτητα από το αν έχει αντιμετωπιστεί ρεαλιστικά σε μια αρχική συνάντηση. Συχνά, όμως, χειρίζομαι τέτοια ζητήματα λέγοντας κάτι όπως: «Ευχαρίστως να απαντήσω στην ερώτησή σας, αλλά πρώτα μπορείτε να μου πείτε γιατί είναι σημαντική για εσάς αυτή η πληροφορία;». Επειδή αυτές οι πρώιμες ερωτήσεις συνήθως αποτελούν δοκιμασίες (Weiss, 1993), είναι βοηθητικό να γνωρίζουμε τη σκέψη του θεραπευόμενου πίσω από την αναζήτηση αυτής της πληροφορίας. Από τη στιγμή που πρόκειται να προχωρήσουμε σε θεραπεία, έχω μια διαφορετική στάση απέναντι στις ερωτήσεις, προτιμώντας να τις διερευνώ αντί απλώς να τις απαντώ.

Πολύ σπάνια, μπορεί να μου θέσουν μια ερώτηση σε μια αρχική συνεδρία που να τη θεωρήσω ιδιαίτερα αδιάκριτη. Για παράδειγμα, μία ή δύο προηγούμενες πελάτισσες με έχουν ρωτήσει εάν είχα ποτέ λεσβιακή σχέση και μια φορά με ρώτησαν εάν είχα εξωσυζυγική σχέση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μου φαίνεται σημαντικό να είμαι ειλικρινής και συνάμα αυτοπροστατευτική. Αυτό που λέω είναι κάτι σαν «Μπορώ να καταλάβω για ποιον λόγο θα ήταν σημαντικό να γνωρίζετε αυτήν την πληροφορία για μένα, αλλά θεωρώ πως η σεξουαλική μου ζωή είναι πολύ προσωπική, ώστε να μπορώ με άνεση να απαντήσω αυτήν την ερώτηση. Μήπως φοβάστε ότι εάν δεν είχα ποτέ αυτήν την εμπειρία, πιθανόν να μην μπορέσω να σας καταλάβω;». Η ειλικρίνεια και η βαθιά προσωπική αποκάλυψη δεν είναι το ίδιο πράγμα, και παρόλο που η περιέργεια ενός θεραπευόμενου μπορεί να ματαιωθεί από μια οριοθετημένη απάντηση, συχνά, υπάρχει μια ταυτόχρονη ανακούφιση για το γεγονός ότι μπορεί να βασιστεί στο πρόσωπο που έχει την εξουσία ότι θα τηρήσει τα επαγγελματικά όρια. 

6. Προετοιμάζουμε τον υποψήφιο θεραπευόμενο για τη λήψη ιστορικού

Με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο θεραπευόμενος έχει δώσει ένα πλήρες προσωπικό ιστορικό στην αρχική συνεδρία (κάτι που χαρακτηρίζει τους εκπαιδευόμενους θεραπευτές, αλλά σχεδόν κανέναν άλλο), στο τέλος της αρχικής συνεδρίας του λέω κάτι σαν αυτό: 

«Λοιπόν, θα συναντηθούμε την επόμενη Τρίτη στις εννέα. Αυτό που θα ήθελα να κάνουμε τότε, είναι να πάρω ένα πλήρες ιστορικό –για τους γονείς σας, πώς έμοιαζαν, την παιδική σας ηλικία, τις κύριες επιδράσεις που δεχτήκατε, το σεξουαλικό σας ιστορικό, το ιστορικό της εργασίας σας, τις προηγούμενες θεραπείες που έχετε κάνει, τα όνειρά σας και λοιπά. Αυτό θα μου δώσει ένα πλαίσιο στο οποίο να κατανοήσω όσα μου είπατε σήμερα. Στη συνέχεια, στην επόμενη συνεδρία, η μπάλα θα είναι στο γήπεδό σας και πάλι. Θα πρέπει να έρχεστε και να μιλάτε για οτιδήποτε απασχολεί περισσότερο το μυαλό σας και η δουλειά μου θα είναι να ακούω και να σας βοηθάω να κατανοήσετε τις σκέψεις σας και τα συναισθήματά σας. Πώς σας φαίνεται αυτό;».

Αυτό το κάνω, όχι μόνο για να μειώσω το άγχος που αισθάνονται οι περισσότεροι όταν πρόκειται να καταδυθούν σε μια ακαθόριστη και μάλλον τρομακτική διαδικασία, αλλά και για να ενθαρρύνω τη θεραπευόμενη να αρχίσει να προβληματίζεται για το προσωπικό της ιστορικό και τη συμβολή του στο τρέχον πρόβλημα. Πολλά από αυτά που συμβαίνουν στη θεραπεία συντελούνται στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στις συνεδρίες. Μια τέτοια οργάνωση μειώνει επίσης το προσωπικό μου άγχος για αυτήν την κατάδυση, πριν συλλέξω αρκετά στοιχεία ώστε να νιώσω ότι μπορώ να καταλάβω τις δυσκολίες του ατόμου.

7. Επικοινωνούμε την ψυχοδυναμική διατύπωση με τους θεραπευόμενους

Μια πλήρης δυναμική διατύπωση πηγαίνει πολύ πιο πέρα από μια διαγνωστική ετικέτα, εφόσον περιλαμβάνει πολλά θέματα. περίπτωση της πελάτισσάς της. Είναι σημαντικό για τη θεραπεύτρια να θεωρεί τα συμπεράσματά της  δοκιμαστικά, να έχει επίγνωση των περιορισμών τους, να τα ελέγχει μαζί με τη θεραπευόμενη και να δεσμεύεται αμοιβαία σε μια διαρκή διαδικασία αναθεώρησης και ανάπτυξης των τρόπων που οι δύο πλευρές κατανοούν την ψυχολογία του ατόμου. Μολονότι στην επικοινωνία μιας δυναμικής διατύπωσης χρειάζεται να μεσολαβεί η επιλογή της σωστής χρονικής στιγμής και η διακριτικότητα, οι πελάτες έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν τις αρχικές υποθέσεις της θεραπεύτριας για τη φύση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν. Στην πραγματικότητα, η ανακοίνωση της θεραπεύτριας για τα προσωρινά συμπεράσματά της σχετικά με την προέλευση και τις λειτουργίες των προβλημάτων της θεραπευόμενης, συνήθως αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπευτικής συμμαχίας.

Η επικοινωνία μιας ψυχοδυναμικής διατύπωσης χρειάζεται επίσης να περιέχει ορισμένες ιδέες σχετικά με τον τρόπο που η θεραπεία, με αφετηρία τη δοκιμαστική κατανόηση, θα επιχειρήσει να διευθετήσει τα προβλήματα του θεραπευόμενου. Οι ιδέες του κλινικού θα πρέπει να αποκαλύπτονται με μια αίσθηση ελπίδας και την προσδοκία μιας ικανοποιητικής συνεργασίας. Έτσι, η θεραπεύτρια θα μπορούσε να πει κάτι όπως αυτό που ακολουθεί: 

«Μέχρι εδώ, αυτό που μου προκαλεί εντύπωση για την κατάθλιψή σας είναι το πόσες απώλειες είχατε για τις οποίες δεν έχετε θρηνήσει και πόσο η οικογένειά σας σάς αποθάρρυνε να θρηνήσετε μέσω της κριτικής που ασκούσε επειδή “λυπόσασταν τον εαυτό σας”. Ενδεχομένως, να ανακαλύψετε ότι αισθάνεστε θυμό για αυτό και για άλλα πράγματα που δεν νιώθατε άνετα να παραδεχτείτε και, εάν καταφέρουμε να φτάσουμε στη θλίψη και τον θυμό σας, ίσως η κατάθλιψη να φύγει. Επίσης, υπάρχουν κάποια στοιχεία για μια καταθλιπτική τάση που είναι κληρονομική στην οικογένειά σας και δεν φαίνεται να είχατε κάποιον που το συζήτησε μαζί σας ούτε σας βοήθησε να το αντιμετωπίσετε μαθαίνοντας ποιες περιστάσεις τείνουν να σας προκαλούν κατάθλιψη και για ποιον λόγο. Πώς σας φαίνεται αυτό;».

Εδώ, είναι μια άλλη πιθανή ψυχοδυναμική διατύπωση, όπως εκφράζεται στον θεραπευόμενο: 

«Μου φαίνεται πως είστε ντροπαλός και ευαίσθητος από την ιδιοσυγκρασία σας, αλλά κανένας μέσα στην οικογένειά σας δεν γνώριζε πώς να σας βοηθήσει να έχετε περισσότερο θάρρος με τους άλλους. Έχοντας τις καλύτερες προθέσεις απέναντι σας, έκαναν τα πράγματα χειρότερα, πιέζοντάς σας να εμπλέκεστε σε κοινωνικές περιστάσεις στις οποίες εσείς “παγώνατε”. Επειδή στον κοινωνικό τομέα βιώσατε τη μία αποτυχία μετά την άλλη, αρχίσατε να σκέφτεστε ότι υπήρχε κάτι πολύ παράξενο με εσάς και τελικά η μόνη σχέση που είχατε ήταν με τον εαυτό σας και τις σκέψεις σας. Ήσασταν μόνος, αλλά η ιδέα του να είστε κοντά με κάποιον άλλο σας τρομοκρατούσε. Έπειτα, όταν το αφεντικό σας άσκησε κριτική, εσείς υποχωρήσατε ακόμη περισσότερο στον εαυτό σας, ως το σημείο του να ακούτε φωνές. Χρειάζεται να εργαστούμε προς την κατεύθυνση του να αισθανθείτε πιο άνετα με τους άλλους, όπως και μαζί μου, και ένα μέρος αυτής της εργασίας αφορά το να παρατηρείτε τα πράγματα που πιστεύετε ότι σας αποξένωσαν τόσο. Από τη στιγμή που θα καταλάβουμε το νόημα μερικών προβληματισμών σας, πιστεύω ότι δεν θα θεωρείτε ότι είστε τόσο παράξενος. Στο μεταξύ, εάν εξακολουθείτε να ακούτε φωνές, ενδεχομένως να δείτε κάποιον ειδικό που θα σας συστήσει μια αγωγή με αντιψυχωτικά φάρμακα. Πώς σας φαίνεται αυτό το σχέδιο;».

8. Ενημερώνουμε τους θεραπευόμενους σχετικά με τη θεραπευτική διαδικασία

Όπως ακριβώς μια διάγνωση και μια δυναμική διατύπωση δεν θα πρέπει να αποκρύπτονται από τους θεραπευόμενους, έτσι δεν υπάρχει κανένας λόγος για τη θεραπεύτρια να μην εξηγήσει το σκεπτικό για τις όποιες διαδικασίες προτείνει (για παράδειγμα, βλέπε Etchegoyen, 1991, για το δημοκρατικό έναντι του αυταρχικού συμβολαίου). Η συνηθισμένη, μη τεχνική γλώσσα είναι σαφώς κατάλληλη για να εκφράσει για ποιον λόγο μια θεραπεύτρια ενδιαφέρεται να ακούσει τα όνειρα ενός ατόμου («Πολύ συχνά, ανακαλύπτω πως όταν σε συνειδητό επίπεδο δεν φαίνεται να συμβαίνει τίποτα, τα όνειρα που βλέπει ένα άτομο περιέχουν πολλές πληροφορίες για τις βαθύτερες ενασχολήσεις του») ή τους ελεύθερους συνειρμούς («Όσο πιο ελεύθερα μπορείτε να μιλάτε, τόσο καλύτερα μπορώ να σας κατανοήσω· εάν κάποια στιγμή δείτε ότι υπάρχει κάτι που λογοκρίνετε, προσπαθήστε να μιλήσετε για αυτό όπως μπορείτε ή τουλάχιστον πείτε μου ότι το βρίσκετε δύσκολο να μιλήσετε για κάτι») ή αναμνήσεις («Συχνά, το πρώτο βήμα για την επίλυση ενός προβλήματος είναι να καταλάβετε από πού προήλθε»).

Το ίδιο πράγμα εφαρμόζεται στο ενδιαφέρον του κλινικού σχετικά με τις αντιδράσεις του ασθενή προς τη θεραπεύτρια. Οι περισσότεροι θεραπευόμενοι αποτραβιούνται κάπως όταν ερωτώνται για το τι σκέφτονται και τι αισθάνονται για τη θεραπεύτριά τους. Αυτό είναι κάτι που δεν περίμεναν να τους ζητηθεί να αποκαλύψουν. Αναρωτιούνται εάν η θεραπεύτρια τους ρωτάει από ανασφάλεια ή ματαιοδοξία ή από μια ανάγκη επιβεβαίωσης. Στα πρώτα στάδια της θεραπείας, εάν παρατηρήσω πως ένα άτομο δείχνει ότι αισθάνεται άβολα όταν ρωτάω πώς αισθάνεται για μένα, θα πω κάτι όπως αυτό που ακολουθεί:

«Ξέρω ότι είναι παράξενο να σας ζητούν να είστε τόσο άμεσος και θα πρέπει να αισθάνεστε άβολα, ειδικά όταν κάποιες από τις αντιδράσεις σας προς εμένα είναι αρνητικές. Όμως, κατά κάποιον τρόπο, η θεραπεία είναι ένας μικρόκοσμος, μια ευκαιρία να μελετήσετε μια σχέση από κοντά και, διερευνώντας τι συμβαίνει ανάμεσα σε εσάς και εμένα, έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε λεπτομερώς ορισμένα συναισθήματα που μπορεί να σας συμβούν αλλού, πράγματα που κανείς δεν μιλάει για αυτά σε κοινωνικές περιστάσεις. Ενδεχομένως να ανακαλύψετε πως αισθάνεστε για μένα όπως αισθάνεστε ή έχετε αισθανθεί για άλλα άτομα και η κατανόηση εκ μέρους μας αυτού του φαινομένου θα είναι πολύ χρήσιμη στις προσπάθειές σας να κατανοήσετε τον εαυτό σας και να αλλάξετε».

Αυτή η ξεκάθαρη και ενημερωτική προσέγγιση εφαρμόζεται και στις πιο εσωτερικές πτυχές ορισμένων θεραπειών, όπως το περίφημο ψυχαναλυτικό ντιβάνι. Δεν υπάρχει τίποτα μυστηριώδες με το ντιβάνι. Αναφέρω στις θεραπευόμενες ότι αυτή η χρησιμότητα ανακαλύφθηκε τυχαία από τον Freud, ο οποίος έβαζε τους ασθενείς του να ξαπλώνουν και να κοιτούν μακριά του, επειδή κουραζόταν να τον κοιτάζουν όλη μέρα. Συνεχίζω λέγοντας ότι όπως πολλές ευτυχείς ανακαλύψεις, οι ψυχαναλυτές έχουν μάθει ότι και αυτή έχει μια άλλη, πολύ πιο χρήσιμη επίδραση. Όχι μόνον επιτρέπει στην ασθενή να χαλαρώσει, αλλά κρατά επίσης τον θεραπευτή μακριά από τη βλεμματική επαφή. Μην έχοντας επαφή με το πρόσωπο του κλινικού, η θεραπευόμενη ενδεχομένως να παρατηρήσει πως έχει κάποιες ιδέες για το τι σκέφτεται ή αισθάνεται ο θεραπευτής που ποτέ δεν είχε σκεφτεί μέχρι τότε.

Επισημαίνω ότι πολύ συχνά οι άνθρωποι έχουν πολλούς ασυνείδητους φόβους για τις αντιδράσεις που θα έχουν οι άλλοι απέναντι τους και μαθαίνουν να ανιχνεύουν τα πρόσωπα των άλλων και να διαψεύδουν τους φόβους τους πριν ακόμη λάβουν γνώση ότι τους έχουν. Η χρήση του ντιβανιού από την ασθενή θα φέρει τέτοιους φόβους στη συνείδησή της. Επιπρόσθετα, αναφέρω ότι μου αρέσει να δουλεύω χρησιμοποιώντας το ντιβάνι, επειδή, όπως και ο Freud, το βρίσκω κουραστικό να με κοιτούν και μου αρέσει να κάθομαι χωρίς να έχω βλεμματική επαφή και αναλογιζόμενη τους συνειρμούς που μου προκαλούν αυτά που αναφέρει η θεραπευόμενη.

Αυτοί οι τρόποι επικοινωνίας μπορούν να θεωρηθούν ως ένα τμήμα της ανάπτυξης μιας θεραπευτικής συμμαχίας. Ο Greenson (1967, σελ. 196) έδωσε ένα αξιομνημόνευτο παράδειγμα αυτού του είδους εκπαίδευσης ενός άνδρα, ο οποίος είχε υποβληθεί σε μακροχρόνια ψυχανάλυση, χωρίς ποτέ να του έχει διευκρινιστεί το σκεπτικό για τις διάφορες ψυχαναλυτικές διαδικασίες. Καθώς έπαιρνε το ιστορικό του, ο Greenson τον ρώτησε το μεσαίο όνομά του. Ο ασθενής που είχε μια παθολογικά υποτακτική προσωπικότητα, σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να κάνει ελεύθερο συνειρμό και απάντησε «Raskoniknov».

Αυτός ο άνθρωπος υπάκουε σε αυτό που θεωρούσε ως τον «κανόνα» του ελεύθερου συνειρμού, αλλά είχε αποτύχει να κατανοήσει την ουσία της ψυχαναλυτικής διαδικασίας. Ο Greenson αναφέρεται επίσης στο τι συμβαίνει σε μια άγονη ψυχοθεραπεία κατά την απουσία μιας θεραπευτικής συμμαχίας, στην οποία και τα δύο μέρη κατανοούν τι τους ζητείται να δώσουν και γιατί. Στην πραγματικότητα, μια σχέση χωρίς μια τέτοια βάση αποτελεί μια καρικατούρα θεραπείας.

9. Παραδεχόμαστε όταν δεν καταλαβαίνουμε κάτι ή όταν κάνουμε λάθος.

Οι θεραπευόμενοι συγχωρούν σχεδόν τα πάντα στον θεραπευτή, εκτός από την αλαζονεία και νιώθουν ευγνώμονες για τα πρότυπα της μη αμυντικότητας που τους παρουσιάζει. Πρόσφατα, ρώτησα έναν φίλο μου πώς πήγαινε η ανάλυσή του. «Υπέροχα!», μου απάντησε. «Παραδέχεται όταν κάνει κάποιο λάθος!».

Πώς προετοιμάζουμε τον θεραπευόμενο στην ψυχοδυναμική θεραπεία; 

Αποσπάσματα από τα κεφάλαια του βιβλίου: Nancy McWilliams  ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

H αναγκαιότητα ενημέρωσης των θεραπευόμενων για τη διαδικασία της ψυχοδυναμικής θεραπείας

Η ψυχοθεραπεία είναι ένα ιδιόμορφο είδος συνομιλίας. Δεν μοιάζει με κοινωνική συζήτηση ούτε με επίσκεψη σε ειδικό που δίνει συμβουλές ούτε με τη διδασκαλία από ένα δάσκαλο ή ένα μέντορα ή έναν πνευματικό σύμβουλο. 

Οι θεραπευόμενοι δεν έχουν συνήθως προηγούμενη εμπειρία ώστε να τη συγκρίνουν και επειδή νιώθουν ευάλωτοι, εκτεθειμένοι και αμυντικοί ζητώντας βοήθεια, είναι εύκολο να παρερμηνεύσουν αυτό που προσπαθεί να κάνει ο θεραπευτής. 

Ορισμένοι θεραπευόμενοι είτε εξαιτίας μιας προηγούμενης ψυχοθεραπευτικής εμπειρίας ή επειδή προέρχονται από κοινωνικές ομάδες και από οικογένειες που έχουν εξοικειωθεί με τη θεραπευτική διαδικασία, καταλαβαίνουν αμέσως για ποιον λόγο ο κλινικός μπορεί να απαντήσει σε μια ερώτηση με μια άλλη ερώτηση,  να αρνηθεί να αποκαλύψει προσωπικές πληροφορίες, να ρωτήσει για τα όνειρα, να παρακινήσει τον θεραπευόμενο να εκφράσει συναισθήματα, να ρωτήσει για τον τρόπο που συμπεριφέρεται ο θεραπευόμενος στον θεραπευτή, ή να θέσει ερωτήματα για τη σεξουαλική του ζωή, ενώ ήρθε στη θεραπεία με άλλο αίτημα. 

Σήμερα, επικρατεί σύγχυση εξ αιτίας της ποικιλομορφίας των αποδεκτών τρόπων θεραπευτικής εργασίας και ακόμη και μέσα στα πλαίσια της ψυχανάλυσης, υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί τρόποι διεξαγωγής της. 

Δεν πρέπει να θεωρούμε αναμενόμενο ότι οι θεραπευόμενοι γνωρίζουν τι πρόκειται να συμβεί ανάμεσα σε αυτούς και σε έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας. Ακόμη και εάν είχαν προηγούμενες ψυχοθεραπευτικές εμπειρίες, οι προσδοκίες τους μπορεί να είναι ασαφείς, ανακριβείς ή μη ρεαλιστικές. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι περισσότεροι θεραπευόμενοι, εάν όχι όλοι, χρειάζονται κάποια συγκεκριμένη εκπαίδευση σε αυτήν την άγνωστη διαδικασία.

Το πιο συνηθισμένο λάθος των θεραπευτών στην ψυχοδυναμική θεραπεία

Εάν θα έπρεπε να κατονομάσω την πιο συνηθισμένη αποτυχία των αρχάριων θεραπευτριών, θα έλεγα ότι είναι η τάση τους να «κάνουν θεραπεία», χωρίς να έχουν δημιουργήσει πρώτα μια συμμαχία. 

Οι αρχάριες συνήθως σπεύδουν να εφαρμόσουν τεχνικές διαδικασίες, προτού  βοηθήσουν τους θεραπευόμενους να κατανοήσουν και να αποδεχτούν τους λόγους για τους οποίους η θεραπεύτρια  συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο ή επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο θέμα. 

Πιθανόν κάτι τέτοιο συμβαίνει, επειδή υποθέτουν ότι ο θεραπευόμενος θα διαισθανθεί τις καλές τους προθέσεις ή επειδή ανυπομονούν να βουτήξουν στα βαθιά νερά ή επειδή δεν έχουν μάθει ακόμη από την εποπτεία τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να εξηγήσουν τη θεραπευτική διαδικασία.

 Για παράδειγμα, ένα σημαντικό μέρος της ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας είναι η επανειλημμένη διερεύνηση του πώς αισθάνεται ο θεραπευόμενος απέναντι στη θεραπεύτρια και πώς φαντάζεται ότι η θεραπεύτρια νιώθει για εκείνον. Στην ψυχαναλυτική θεραπεία επιμένουμε σε αυτό το ζήτημα, επειδή γνωρίζουμε πόσο μεγάλο ρόλο διαδραματίζει η προβολή ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις προηγούμενες εμπειρίες ή εσωτερικές καταστάσεις τις οποίες ενδεχομένως προβάλλει ο θεραπευόμενος. 

Εάν ο κλινικός θέσει το ερώτημα «Πώς νιώθετε για μένα;» ή «Πώς φαντάζεστε ότι νιώθω για όσα είπατε;», ο θεραπευόμενος στον οποίο δεν έχει δοθεί μια εξήγηση για τους λόγους που γίνονται αυτές οι ερωτήσεις, συχνά συμπεραίνει ότι ο κλινικός αναζητά είτε τον έπαινο είτε την επιβεβαίωση. Δεν θα πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, ότι τα περισσότερα άτομα δεν είναι πρόθυμα να συνεργαστούν με μια τέτοια ναρκισσιστική ατζέντα ούτε καταλαβαίνουν το λόγο για τον οποίο διερευνούμε την απάντησή τους. Ωστόσο, όταν τους εξηγήσουμε για ποιον λόγο θέτουμε ένα τέτοιο ερώτημα, οι περισσότεροι αναγνωρίζουν με ευκολία τη σημασία αυτής της διερεύνησης. 

Πώς δημιουργείται το αίσθημα της συναισθηματικής ασφάλειας;

Το ζήτημα της συναισθηματικής ασφάλειας πιθανότατα αφορά κάθε θεραπευόμενη που βρίσκεται σε ψυχοθεραπεία. 

Ανάλογα με το ιστορικό της, η θεραπευόμενη  θα ανησυχεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, για την πιθανότητα να επαναληφθεί μια οδυνηρή εμπειρία. Μήπως ο θεραπευτής βαρεθεί; Μήπως είναι επικριτικός; Περιφρονητικός; Αδιάφορος; Συγκλονισμένος; Φοβισμένος; Δύσπιστος; Σαγηνευτικός; Ανίκανος; 

Μερικές φορές, η θεραπεύτρια καταλαβαίνει αμέσως τι προβληματίζει τον θεραπευόμενο. Δεν χρειάζεται φιλοσοφία για να συμπεράνει από την επιθετική ερώτηση, «Λοιπόν, πόσο καιρό εξασκείτε το επάγγελμα;» ότι το άτομο ανησυχεί για την έλλειψη εμπειρίας ή από το σχόλιο, «Άει στο καλό, μου έδωσαν γυναίκα», ότι το φύλο αποτελεί ένα ζήτημα. 

Με τους πιο συγκροτημένους θεραπευόμενους, ο πιο απλός τρόπος αξιολόγησης της παρουσίας ή της απουσίας μιας συνεργατικής συμμαχίας είναι να ρωτήσουμε το άτομο προς το τέλος της πρώτης συνεδρίας, «Πώς νιώθετε που θα δουλέψετε μαζί μου;» ή «Νιώθετε άνετα μιλώντας μαζί μου;». 

Εάν το άτομο βεβαιώσει τη θεραπεύτρια ότι είναι πλήρως ικανοποιημένο με τη σχέση, η θεραπεύτρια όμως διαισθάνεται ένα πιθανό πρόβλημα, είναι χρήσιμο να κάνει ένα σχόλιο όσο νωρίτερα γίνεται που να επικοινωνεί αυτήν την πιθανότητα. Για παράδειγμα, «Με βάση τον τρόπο που περιγράψατε τη μητέρα σας, ως τόσο διεισδυτική και ελεγκτική, εκπλήσσομαι που μπορείτε να ανοιχτείτε σε τέτοιον βαθμό σε μια γυναίκα» ή «Θα είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε εάν άθελά μας επαναληφθεί στη σχέση μας το μοτίβο που περιγράφετε, του εγωκεντρικού γονιού και του παιδιού που προσπαθεί απελπισμένα να τον ευχαριστήσει. Αυτές οι επαναλήψεις συμβαίνουν συχνά σε αυτό το είδος της θεραπείας». 

Ο αναγνώστης ενδεχομένως να παρατήρησε ότι τα προηγούμενα σχόλια δεν είναι αμιγώς καθησυχαστικά. Δηλαδή, η θεραπεύτρια δεν λέει, «Είμαι σίγουρη ότι δεν θα κάνω ό,τι έκανε η μητέρα σας, εφόσον δεν είμαι ένα διεισδυτικό και ελεγκτικό άτομο». 

Οποιοσδήποτε έχει εξασκήσει ψυχοδυναμική θεραπεία για κάποιο χρονικό διάστημα γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αποφύγει την εμπλοκή στη συναισθηματική επανάληψη των οδυνηρών πρώιμων σχέσεων. Μπορούμε, βέβαια, να εγγυηθούμε ότι δεν θα επιτεθούμε σωματικά ή ότι δεν θα εκμεταλλευτούμε σεξουαλικά έναν θεραπευόμενο, αλλά πέρα από αυτές τις διαβεβαιώσεις για την εξωτερική συμπεριφορά μας, βρισκόμαστε σε ένα αβέβαιο πεδίο. 

Τα αρνητικά συναισθήματα του θεραπευόμενου για τον θεραπευτή

Παρά τις παντοδύναμες επιθυμίες μας για το αντίθετο, γνωρίζουμε ότι παράλληλα με τη ρεαλιστική αντίληψη του θεραπευόμενου για τον θεραπευτή ως διαφορετικό από τα απογοητευτικά αντικείμενα αγάπης της παιδικής ηλικίας, υπάρχει μια ισχυρότερη επιτακτική δυναμική, κατά την οποία τα τωρινά αντικείμενα εγγράφονται πάνω στα εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα (Bowlby, 1969, 1988. Bretherton, 1990. Main, 1998) των προηγούμενων σχέσεων του θεραπευόμενου. 

Η δυνατότητα για ίαση δεν βρίσκεται μόνο στις ευκαιρίες που έχει ο θεραπευτής να βιωθεί ως μια μορφή εξουσίας, η οποία διαφέρει από τα προηγούμενα αντικείμενα προσκόλλησης, αλλά επίσης στην προθυμία του να ανεχτεί, να ονομάσει, να διερευνήσει και να εκφράσει θλίψη για τους αναπόφευκτους τρόπους με τους οποίους τα πρώιμα μοτίβα μεταφέρονται και επαναλαμβάνονται στη θεραπευτική σχέση.

Όπως έχουν παρατηρήσει οι αναλυτές, τουλάχιστον από τον Wilhelm Reich και μετέπειτα (1932), είναι ιδιαίτερα σημαντική η διαχείριση της αρνητικής μεταβίβασης στις αρχικές συνεδρίες, διαφορετικά, ο θεραπευόμενος ενδεχομένως να μην επιστρέψει. 

Οι θεραπευόμενοι υψηλότερης λειτουργικότητας συχνά χρειάζονται την άδεια του θεραπευτή για να εκφράσουν με λέξεις όσα μπορεί να φανούν «αγενή» ή «ανάρμοστα» να ειπωθούν σε άλλα πλαίσια. 

Οι ασθενείς με σοβαρές διαταραχές προσωπικότητας, με μεταιχμιακά χαρακτηριστικά ή με ψυχωτικές τάσεις έχουν επίσης την ανάγκη να νιώσουν ότι μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα τη δυσπιστία και την έχθρα τους, αν και με τέτοια άτομα ο θεραπευτής σπάνια έχει την αντισταθμιστική αίσθηση ότι μπορεί να συνδεθεί με ένα λιγότερο ανταγωνιστικό τους κομμάτι. Όσο περισσότερο ο θεραπευτής αποτελεί υπόδειγμα ανοχής της εχθρότητας, ακόμη και της περιφρονητικής υποτίμησης, χωρίς την ανάγκη για ανταπόδοση, τόσο πιθανότερο είναι ο θεραπευόμενος να αισθανθεί ασφαλής. 

Θεραπευτικές αντιδράσεις στην επιθετικότητα

Ορισμένα ιδιαίτερα δυστυχή περιστατικά θα αποκαλύψουν άμεσα τον χειρότερο εαυτό τους για να δοκιμάσουν τη θεραπεύτρια. Δίχως να υπομένουν μαζοχιστικά τη λεκτική βία, οι θεραπεύτριες χρειάζεται να επικοινωνήσουν ότι η αυτοεκτίμησή τους μπορεί να αντέξει τέτοιες επιθέσεις και παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει ευχαρίστηση στο να καθυβρίζεται κάποιος, είναι τελικά πιθανόν να νοηματοδοτήσουν μαζί την εχθρότητα του θεραπευόμενου. 

Ένα σχόλιο όπως, «Ω, είσαι σίγουρα καλός στο να απαριθμείς όλα μου τα ελαττώματα!» 

ή «Δεν θα πρέπει να είναι εύκολο να  πηγαίνεις σε μια θεραπεύτρια την οποία θεωρείς τόσο ηλίθια» 

ή «Εσύ και εγώ έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, δεδομένης της δυσπιστίας που τρέφεις για το άτομό μου», 

είναι προφανώς το καλύτερο που μπορεί να κάνει για να αποδεχτεί τα αρνητικά συναισθήματα του θεραπευόμενου χωρίς να αντιδράσει ή να συνεργήσει στην προσωπική της υποτίμηση.

Κατά τη διαπραγμάτευση του πλαισίου, οι θεραπεύτριες χρειάζεται να προσέχουν να μην είναι τόσο ενσυναισθητικές με το αίτημα του θεραπευόμενου, με αποτέλεσμα να παραμερίζουν την ατομικότητά τους και τις προσωπικές τους ανάγκες. 

Αποτελεί ευθύνη της θεραπεύτριας να προστατέψει τις «συνθήκες εργασίας της», τις συνθήκες, δηλαδή, στις οποίες νιώθει άνετα να εξασκήσει το επάγγελμά της. 

Για παράδειγμα, «Είμαι πρόθυμη να απαντήσω σε τηλεφωνήματα ανάμεσα σε συνεδρίες, αλλά όχι μετά τις εννιά το βράδυ και συνήθως θα μείνω μόνον ένα ή δύο λεπτά στο τηλέφωνο» ή 

«Σέβομαι ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τα επαγγελματικά σου ταξίδια, αλλά χρειάζομαι προβλεψιμότητα για το δικό μου πρόγραμμα. Μπορούμε να καθιερώσουμε μία συγκεκριμένη ώρα συνάντησης μέσα στη βδομάδα και να συμφωνήσουμε σε μία ‘εφεδρική ώρα’ για να επαναπρογραμματίσουμε, αν χρειαστεί να ακυρώσεις;». 

Αυτό το πρότυπο αυτοσεβασμού αποτελεί από μόνο του θεραπευτική επικοινωνία, ειδικότερα για τους καταθλιπτικούς και αυτοαυτοηττώμενους θεραπευόμενους, οι οποίοι βάζουν τις δικές τους ανάγκες πάντα σε τελευταία μοίρα, όπως και για τους ψυχοπαθητικούς, οι οποίοι χρειάζεται να αποδεχτούν το γεγονός ότι ο κόσμος δεν υποτάσσεται στις επιθυμίες τους.

Μπορείς να με βοηθήσεις;

Ορισμένες φορές το ερώτημα θα τεθεί ανοιχτά, «Μπορείς να με βοηθήσεις;». Με εξαίρεση την περίπτωση που πιστεύουμε ότι η θεραπευόμενη έχει έρθει για ένα αθεράπευτο πρόβλημα (όπως μια οργανική διαταραχή η οποία έχει παρερμηνευτεί ως ψυχολογική), είναι απολύτως εντάξει να πούμε «Έτσι νομίζω» ή «Θα κάνω ό,τι μπορώ» ή «Εάν και οι δυό μας βάλουμε τα δυνατά μας, νομίζω ότι θα τα καταφέρουμε». 

Θα ήταν παραπλανητικό και αλαζονικό να πούμε ένα απλό ναι, δεδομένης της σημασίας που έχει η ειλικρινής συνεργασία με τη θεραπευόμενη. Γνωρίζουμε καλά πως ακόμη και ο καλύτερος θεραπευτής δεν μπορεί να επιφέρει από μόνος του την αλλαγή. Με θεραπευόμενους, οι οποίοι μπορούν να βοηθηθούν, αλλά για τους οποίους η πρόγνωση είναι συγκρατημένη -όπως συμβαίνει με άτομα που έχουν έντονα ναρκισσιστικά προβλήματα ή ισχυρές αντικοινωνικές τάσεις ή ένα ιστορικό αποτυχημένων θεραπειών- η καλύτερη απάντηση είναι «Δεν ξέρω», «Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, αλλά νομίζω ότι θα είναι δύσκολο», «Εσύ τι πιστεύεις σχετικά με αυτό, θα πάει καλά και εάν όχι, τι μπορεί να πάει στραβά;».

Η αντιμετώπιση των αρχικών εμποδίων στην πλήρη συμμετοχή στη θεραπεία

Παρά τις πολυάριθμες προσπάθειες συσχέτισης της προτιμώμενης θεραπευτικής προσέγγισης με τον τύπο του προβλήματος (τι λειτουργεί, υπό ποιες συνθήκες, για ποιον -βλέπε Roth & Fonagy, 1996), υπάρχει ακόμη τόση διακύμανση που αποδίδεται σε μη ελέγξιμους παράγοντες, όπως είναι η προσωπικότητα του θεραπευτή, ώστε να μην μπορούμε να προβλέψουμε ποιος είναι καλός υποψήφιος για ψυχοδυναμική θεραπεία και ποιος θα τα πήγαινε καλύτερα σε κάποια άλλη προσέγγιση. Οι θεραπευόμενοι είναι συχνά πολύ καλοί κριτές όσον αφορά το είδος της θεραπείας που είναι βοηθητικό για αυτούς. 

Οι περισσότεροι αναλυτικοί επαγγελματίες, ωστόσο, θα θεωρούσαν πως ένα άτομο με ιδιαίτερα πρακτική σκέψη είναι δύσκολο να λειτουργήσει ψυχοδυναμικά και πως το άτομο το οποίο διαρκώς ρωτά τη θεραπεύτρια «Πες μου τι να κάνω» ή απλώς «Κάνε με φυσιολογικό», αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση για τις κλινικές μας ικανότητες. 

Ένα τέτοιο άτομο ταιριάζει καλύτερα με κάποια από τις γνωστικές-συμπεριφορικές θεραπείες, στις οποίες δίνεται έμφαση στην εκμάθηση συγκεκριμένων δεξιοτήτων και στην οποία ο κλινικός αναλαμβάνει περισσότερο έναν ρόλο εκπαιδευτή. Αλλά πριν να στείλουμε το άτομο σε έναν συνάδελφο που έχει εκπαιδευτεί στη γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία, οι περισσότεροι από μας με ψυχοδυναμικές τάσεις θα δούμε εάν μπορούμε να εμπλέξουμε αυτόν τον τύπο του θεραπευόμενου στο είδος της θεραπείας που θεωρούμε πολύτιμο, με την ελπίδα να αναπτύξουμε την παρεμποδισμένη ικανότητα του ατόμου για ενδοσκόπηση, ενόραση και συναισθηματική ωρίμανση. 

Η προσπάθεια κοινωνικοποίησης στον ρόλο του θεραπευόμενου απαιτεί από τη θεραπεύτρια όχι μόνο να φέρει στο φως τους φόβους και τις προσδοκίες που την παρεμποδίζουν, αλλά επίσης να δώσει στον θεραπευόμενο πληροφορίες, οι οποίες τουλάχιστον διανοητικά θα αμφισβητήσουν αυτές τις εσωτερικές φωνές. 

Τέτοιες πληροφορίες δεν θα επιλύσουν απαραίτητα τη σύγκρουση, ωστόσο μπορούν να την καταστήσουν δυστονική προς το Εγώ. Και προτού αλλάξει εκούσια οποιαδήποτε εδραιωμένη στάση, χρειάζεται να γίνει πρώτα αντιληπτή ως προβληματική. 

Θέλω να επαναλάβω πως δεν υποστηρίζω ότι τέτοιες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις επιλύουν τις βαθιές και μακροχρόνιες συγκρούσεις του ατόμου (στην πραγματικότητα τις θεωρώ ως τον κύριο περιορισμό των γνωσιακών θεραπειών, οι οποίες υποτιμούν τις αντιστάσεις στις προσπάθειες του θεραπευτή να προκαλέσει και να αναπλαισιώσει τις υπάρχουσες ιδέες), ωστόσο, πιστεύω ότι μπορούν να επιτρέψουν στον απρόθυμο ή ανήσυχο θεραπευόμενο να δώσει μια ευκαιρία στη θεραπεία.

Η ενθάρρυνση ενός αυθόρμητου, ειλικρινούς και συναισθηματικά εκφραστικού λόγου

Όπως έχω αναφέρει και αλλού (McWilliams, 1999), συνήθως αφιερώνω την πρώτη συνεδρία με έναν νέο θεραπευόμενο προσπαθώντας να αποκτήσω μια αίσθηση του τρόπου που παρουσιάζει το πρόβλημά του (το ιστορικό του προβλήματος και τις προγενέστερες προσπάθειες του ατόμου να το αντιμετωπίσει) και να καταστήσω τον εαυτό μου μια εν δυνάμει βοηθητική παρουσία. Στη δεύτερη συνάντηση παίρνω ένα λεπτομερές ιστορικό. Μετά από αυτό, κάνω την εξής δήλωση:

«Νομίζω ότι έχω αρκετές πληροφορίες για αυτό που θέλετε να ασχοληθούμε. Από δω και μπρος, θα με καθοδηγείτε εσείς. Εάν μπορείτε να έρχεστε και να μιλάτε όσο το δυνατόν πιο ελεύθερα για οποιαδήποτε πτυχή του προβλήματος ή οτιδήποτε άλλο έχετε στο νου σας, εγώ θα προσπαθήσω να στρέψω την προσοχή στην πιο συναισθηματική πλευρά και να δω τι μπορώ να πω για να ρίξω νέο φως σε ό,τι λέτε. Ορισμένες φορές θα είμαι σιωπηλή, καθώς θα προσπαθώ να καταλάβω πώς εσείς κατανοείτε το πρόβλημα. 

Το πιο σημαντικό πράγμα να έχετε κατά νου είναι να προσπαθείτε να είστε όσο περισσότερο ανοιχτός και ειλικρινής γίνεται. Να αισθάνεστε ελεύθερος να μιλήσετε οποιαδήποτε στιγμή για το πώς αισθάνεστε ότι προχωρά η θεραπεία και εάν πιστεύετε ότι σας βοηθώ ή όχι».

Συνεχίζω να εντυπωσιάζομαι τόσο από τα σχόλια των δικών μου θεραπευόμενων για άλλους θεραπευτές όσο και από βιβλία και άρθρα στα οποία οι ασθενείς μιλούν για τις εμπειρίες τους στη θεραπεία (για παράδειγμα, Kassan, 1999), για το πόσο συχνά τα άτομα συμμορφώνονται με ό,τι ζητά ο θεραπευτής, δίχως, ωστόσο, να το κατανοούν. 

Πολλά άτομα, για παράδειγμα, αναφέρουν ότι αισθάνονταν άβολα με τη σιωπή ή την παθητικότητα του πρώην θεραπευτή τους. Ωστόσο, δεν παραπονέθηκαν ποτέ, θεωρώντας ότι αυτή η στάση ήταν κάτι σαν ένα ακατανόητο κομμάτι του κλινικού πλαισίου. Οι θεραπευτές τους μάλλον δεν έμαθαν ποτέ πόσο δυστυχισμένοι ήταν στη διάρκεια αυτής της σιωπής. 

Παραδείγματα ψυχοδυναμικής θεραπείας και διάγνωσης

Από τα βιβλία της NancyMcWilliams “Ψυχαναλυτική Διάγνωση” και “Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία”.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 1: Μια ενδιαφέρουσα εκδραμάτιση

Πριν από αρκετά χρόνια, είχα σε θεραπεία μια δασκάλα, η σχέση της οποίας με την επικριτική μητέρα της την είχε κάνει αφενός να φοβάται τη στενή συναισθηματική επαφή, αφετέρου να την έχει βαθύτατη ανάγκη. 

Η θεραπευόμενη ξεκίνησε μια σεξουαλική σχέση με μια συνάδελφό της, που ονομαζόταν Nancy, λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας μαζί μου. Η εντύπωση που σχημάτισα ήταν ότι είχε αρχίσει να νοιώθει την επιθυμία για μεγαλύτερη εγγύτητα προς εμένα, και ότι ασυνείδητα υπέθετε ότι εγώ (όπως η μητέρα της) θα περιφρονούσα τα συναισθήματά της. Έτσι, χειριζόταν τις ασυνείδητες και απαγορευμένες ενορμήσεις της, εκδραματίζοντας τις επιθυμίες και τους φόβους της με μια γυναίκα που είχε το ίδιο όνομα με το δικό μου.

 Αυτό το είδος εκδραμάτισης, με την προϋπόθεση ότι η ερμηνεία που δίνω για αυτό είναι ορθή, συμβαίνει συχνά στην ανάλυση, ιδιαίτερα με ασθενείς που τρέφουν έναν παιδικό φόβο όσον αφορά την απόρριψη των αναγκών τους και των συναισθημάτων τους από άτομα εξουσίας.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 2: Τι μπορεί να σημαίνει ένα δώρο

Μια από τις ασθενείς μου, περιστασιακά, είχε τη συνήθεια να μου προσφέρει λουλούδια. Καθώς ήταν αρκετά διαταραγμένη και ήταν πιθανόν να βιώσει  τόσο την απόρριψη τέτοιου είδους δώρων εκ μέρους μου, όσο και την ανάλυση της προδιάθεσής της να μου τα προσφέρει ως μια ολοφάνερη απόρριψη της γενναιοδωρίας της, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν επιχείρησα να διερευνήσω μαζί της το νόημα αυτής της συμπεριφοράς. 

Τελικά, όμως, σταδιακά κατάλαβε μόνη της ότι συνήθιζε να μου προσφέρει λουλούδια κάθε φορά που κατά την προηγούμενη συνεδρία μας είχε θυμώσει μαζί μου για κάτι. “Υποθέτω ότι τα ήθελα για τον τάφο σου”, μου εξήγησε χαμογελώντας.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 3: Ναρκισσιστικές μητέρες

Μια γνωστή μου κυρία είχε αποφασίσει ότι ο γιος της θα φοιτούσε στο “καλύτερο” κολέγιο. Με δική της πρωτοβουλία επισκέφτηκαν μαζί πολλά ιδρύματα υψηλού κύρους, ενώ η ίδια κινούσε τα νήματα, όπου της ήταν δυνατόν και, επιπλέον, έστελνε ευχαριστήριες επιστολές σε κοσμήτορες πανεπιστημίων που είχαν πάρει συνέντευξη από τον γιο της. 

Ως τα μέσα Απριλίου, ο νέος είχε γίνει δεκτός σε ορισμένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια, ενώ βρισκόταν στην λίστα αναμονής για το πανεπιστήμιο του Yale. Η αντίδραση της μητέρας στο γεγονός ότι ο γιος της είχε απορριφθεί από το Harvard, ήταν μια αίσθηση καταστροφής. 

Τελικά, ο νεαρός επέλεξε να εγγραφεί στο πανεπιστήμιο του Princeton. Σε όλη την διάρκεια του πρώτου έτους η μητέρα του ενοχλούσε το Harvard για το θέμα της μεταγραφής. Παρόλο που ο νεαρός  τα πήγαινε ιδιαίτερα καλά στο Princeton, όταν το Harvard τελικά συνθηκολόγησε στις ατέλειωτες παρακλήσεις της μητέρας του, δεν υπήρχε αμφιβολία για τον προορισμό του. 

Το κύριο θέμα σε αυτό το παράδειγμα είναι η υποταγή κάθε άλλου ενδιαφέροντος στα ζητήματα της γενικής εκτίμησης και υποτίμησης. Αυτή η μητέρα γνώριζε ότι οι καθηγητές στον τομέα που επέλεξε να σπουδάσει ο γιος της θεωρούσαν το Harvard κατώτερο του Princeton.

 Γνώριζε, επίσης, ότι οι προπτυχιακοί φοιτητές του Harvard δέχονταν λιγότερη προσοχή σε σύγκριση με τους αντίστοιχους φοιτητές του Princeton. Και τέλος, γνώριζε ότι ο γιος της θα δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στο Harvard, δεδομένου ότι είχε ήδη χάσει τον πρώτο χρόνο σπουδών. Παρ’ όλα αυτά, επέμεινε. 

Αν και δεν είχε ναρκισσιστικό χαρακτήρα, σε αυτό το παράδειγμα η γυναίκα χρησιμοποίησε τον γιο της ως ναρκισσιστική προέκταση, επειδή το σύστημα πεποιθήσεων που είχε η ίδια συμπεριλάμβανε την πεποίθηση ότι η δική της ζωή θα ήταν πολύ διαφορετική, εάν είχε φοιτήσει στο Radcliffe, το αντίστοιχο του Harvard σχολείο για γυναίκες, το “καλύτερο” κολέγιο για τα κορίτσια στην εποχή της. 

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 4: Ναρκισσιστές πατέρες

Σε μια άλλη περίπτωση, στην οποία η γονεϊκή συμπεριφορά εξιδανίκευσης και υποτίμησης ήταν χαρακτηρολογικές, ένας ασθενής μου με καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές ευαισθησίες που ήταν φοιτητής στο κολέγιο, άκουσε τον μεγαλομανή πατέρα του να λέει ότι θα έπρεπε να γίνει γιατρός (ως πρώτη προτεραιότητα) ή δικηγόρος (αν αποδεικνυόταν ότι ήταν ατάλαντος στις φυσικές επιστήμες), αλλά πέραν αυτών τίποτα άλλο. 

Πίστευε ότι η ιατρική και η νομική συνδεόνται με οικονομική άνεση και σεβασμό και ότι οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική σταδιοδρομία θα είχε κακό αντίκτυπο στην οικογένεια. Επειδή αυτός ο νεαρός είχε αντιμετωπιστεί ως ναρκισσιστική προέκταση σε όλη του την ζωή, δεν του φάνηκε παράλογη η άποψη του πατέρα του.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 5: Αυτοκτονική συμπεριφορά

Ένα παράδειγμα που καταδεικνύει τη χρησιμότητα της διάγνωσης, αφορά την περίπτωση ενός ασθενή με μεταιχμιακή οργάνωση προσωπικότητας, ο οποίος επικοινωνεί με μια υπηρεσία άμεσης βοήθειας απειλώντας να αυτοκτονήσει. 

Συνήθως, οι ειδικοί ψυχικής υγείας που εργάζονται σε κέντρα άμεσης παροχής βοήθειας, εκπαιδεύονται σε ένα μοντέλο “γενικής παρέμβασης στην κρίση” (διερεύνηση του σχεδίου της αυτοκτονίας, των μέσων που θα χρησιμοποιηθούν, και της δυνατότητας αυτών των μέσων να επιφέρουν τον θάνατο) και στις περισσότερες των περιπτώσεων το μοντέλο αυτό φαίνεται ότι τους εξυπηρετεί αρκετά καλά. 

Είναι όμως γεγονός, ότι οι ασθενείς με μεταιχμιακή οργάνωση προσωπικότητας αναφέρουν την επιθυμία για αυτοκτονία, όχι όταν θέλουν να πεθάνουν, αλλά όταν βιώνουν αυτό που ο Masterson (1976) έχει πολύ σωστά αποκαλέσει “κατάθλιψη εγκατάλειψης”. 

Τα άτομα αυτά βοηθούνται στην αναχαίτιση του πανικού και της απελπισίας τους, όταν αισθάνονται ότι υπάρχει κάποιος που ενδιαφέρεται για αυτά και για το πόσο άσχημα νιώθουν. Το βασικό πράγμα που αποκόμισαν από τις πατρικές τους οικογένειες, είναι ότι τα συναισθήματά τους περνούν απαρατήρητα και γίνονται αντιληπτά μόνον όταν απειλήσουν τον περίγυρό τους με μια καταστροφή. 

Η αξιολόγηση της αυτοκτονικής πρόθεσης από τον κλινικό, προκαλεί την οργή αυτών των ατόμων, εφόσον ο κλινικός είναι απορροφημένος από το περιεχόμενο της απειλής τους, τη στιγμή που η βαθύτερη ανάγκη των ατόμων αυτών είναι να μιλήσουν για το πλαίσιό της, δηλαδή για τους λόγους που τους οδηγούν στην πραγματοποίηση της απειλής τους.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 6: Η σημασία της αντιμεταβίβασης στην ψυχοδυναμική θεραπεία

Ένας ασθενής μου φαινόταν να μην οδηγείται πουθενά, παρά τις πολλές συνεδρίες που είχαν μεσολαβήσει. Παρατήρησα ότι κάθε φορά που ανέφερε κάποιον, πρόσθετε πάντοτε ένα σχετικό σχόλιο σε σχέση με αυτόν, σαν προφορική “υποσημείωση”. 

Έτσι, για παράδειγμα, έλεγε: “Η Marge είναι η γραμματέας στον τρίτο όροφο, με την οποία γευματίζω τις Τρίτες” – έστω και αν είχε αναφερθεί συχνά στον πρόσωπό της. 

Σχολίασα αυτή του τη συνήθεια και τον ρώτησα αν υπήρχε κάποιος στην οικογένειά του που δεν τον άκουγε πολύ προσεκτικά: φαινόταν να θεωρεί ότι δεν θυμόμουν τίποτα για τις σημαντικές μορφές της τρέχουσας ζωής του. Διαμαρτυρήθηκε με θυμό. 

Κατά την γνώμη του, οι γονείς του, και ιδιαίτερα η μητέρα του, ενδιαφέρονταν πάρα πολύ για εκείνον. Στη συνέχεια άρχισε να την υπερασπίζεται για πολλή ώρα, στη διάρκεια της οποίας, χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να βαριέμαι αφόρητα.

 Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι για αρκετά λεπτά δεν είχα ακούσει τίποτε από όσα μου είχε πει. Είχα απορροφηθεί σε μια φαντασίωση, σκεπτόμενη τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσίαζα αυτήν την περίπτωση σε διάσημους συναδέλφους μου και το πώς τα αποτελέσματα της θεραπείας του θα τους έπειθαν για τις δεξιότητές μου.

 Καθώς αποτραβήχτηκα από την ναρκισσιστική ονειροπόληση και άρχισα να προσέχω και πάλι τον ασθενή μου, ξαφνιάστηκα ακούγοντάς τον να υπερασπίζεται την μητέρα του ενάντια στην κατηγορία της έλλειψης προσοχής, επισημαίνοντας ότι όταν εκείνος πήγαινε στο Δημοτικό, κάθε φορά που συμμετείχε σε κάποιο θεατρικό έργο, η μητέρα του έφτιαχνε για εκείνον το πιο περίτεχνο κοστούμι από όλα, έκανε επανειλημμένα πρόβα μαζί του στον ρόλο που του είχαν αναθέσει, και την ημέρα της παράστασης καθόταν στην πρώτη σειρά των καθισμάτων γεμάτη υπερηφάνεια.

Στη φαντασίωσή του, είχα γίνει ξαφνικά σαν τη μητέρα των παιδικών του χρόνων, επειδή και εγώ, όπως και εκείνη, ενδιαφερόμουν για αυτόν μόνο για να αυξήσω την προσωπική μου φήμη. 

Ο Racker θα αποκαλούσε αυτήν την αντιμεταβίβαση συμπληρωματική, από τη στιγμή που η συναισθηματική μου κατάσταση ήταν παράλληλη με τη συναισθηματική κατάσταση ενός από τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του ασθενή κατά την διάρκεια της παιδικής του ηλικίας. Αντίθετα, αν είχα συλλάβει τον εαυτό μου να αισθάνεται όπως ο ασθενής μου όταν ήταν παιδί, ότι δηλαδή δεν με προσέχει, αλλά με θεωρεί πολύτιμη επειδή μέσω της παρουσίας μου θα αυξανόταν η αυτοεκτίμησή του, τότε η αντιμεταβίβασή μου θα ήταν αρμονική. Θα πρέπει να σημειώσω ότι και οι δύο τύποι αντιμεταβίβασης είναι εξίσου πιθανόν να παρουσιαστούν.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 7: Η ταύτιση με τη βία

Η ταύτιση είναι από τη φύση της μια ουδέτερη διεργασία, η οποία μπορεί να έχει θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα, ανάλογα με το αντικείμενό της. 

Ένα βασικό κομμάτι της διαδικασίας της ψυχοθεραπείας είναι η αναθεώρηση των προβληματικών ταυτίσεων που πραγματοποιήθηκαν αυτόματα, οι οποίες την εποχή που δημιουργήθηκαν έλυσαν μεν ένα ζωτικό πρόβλημα του παιδιού, αλλά όταν εμφανίζονται στο παρόν προκαλούν συγκρούσεις στο ενήλικο άτομο.

 Για παράδειγμα, ένας ιερέας με τον οποίο εργαζόμουν, είχε ζήσει σε μια οικογένεια με πατέρα αλκοολικό και μια μητέρα ανίκανη και φοβική. Ο ασθενής κατάφερε να επιβιώσει σε αυτήν την οικογένεια με το να μιμείται τον θείο του Harry, έναν άνθρωπο που έλυνε όλα τα διαπροσωπικά του προβλήματα με τις γροθιές του. 

Αυτή η ταύτιση ήταν πολύ προσαρμοστική για τον ασθενή μου στη διάρκεια της εφηβείας του μέσα σε μια χαοτική οικογένεια και με εχθρικούς γείτονες. Μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε έμπαινε στο δρόμο του, γι’ αυτό και κανένας δεν του δημιουργούσε πρόβλημα. 

Με αυτόν τον τρόπο ανακουφιζόταν από το άγχος του, απελευθερωνόταν από τα αρνητικά του συναισθήματα, τα οποία δεν του επιτρεπόταν να εκφράζει στο σπίτι, και αποκαθιστούσε την αυτοεκτίμησή του ενώ, παράλληλα, εξασφάλιζε και τον σεβασμό των άλλων. 

Όταν, όμως, αργότερα στην επαγγελματική του ζωή, απείλησε να χτυπήσει ορισμένα άτομα από το εκκλησίασμα, έχασε τον σεβασμό του ποιμνίου του που θεωρούσε αυτή τη συμπεριφορά ανάρμοστη για τη χριστιανική ηθική. Έτσι ο ιερέας ήρθε για θεραπεία, γνωρίζοντας ότι έπρεπε να αναπτύξει νέους τρόπους αντιμετώπισης του στρες. 

Πράγματι, όταν άρχισε να καταλαβαίνει τη φύση των πρώιμων ταυτίσεων και το τίμημα που πλήρωνε γι’ αυτές στο παρόν, ανέπτυξε νέους τρόπους δράσης. 

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 8: Η δύσκολη εργασία με ψυχοπαθητικές προσωπικότητες

Η συνεχής έμφαση ενός θεραπευτή στους αντικειμενικούς κινδύνους που διατρέχουν τα μεγαλόπνοα σχέδια ενός ψυχοπαθή, δεν χρειάζεται να στερείται χιούμορ, απλά και μόνον επειδή τα θέματα που θίγονται έχουν σοβαρές συνέπειες. Μια συνάδελφός μου, η οποία είναι  γνωστή για το ταλέντο της με τους αντικοινωνικούς ασθενείς, αναφέρει το ακόλουθο αστείο με έναν καταδικασμένο κλέφτη αυτοκινήτων:

“Ο νεαρός μου εξηγούσε πόσο ιδιοφυές ήταν το σχέδιο που είχε και ότι τα είχε σχεδόν καταφέρει και ότι θα ήταν το τέλειο έγκλημα, αν δεν είχε συμβεί κάτι μικρό, αλλά απρόβλεπτο. Καθώς μιλούσε, ζωήρευε και ενθουσιαζόταν όλο και πιο πολύ και συμφώνησα με θαυμασμό ότι είχε καταφέρει να μην τον καταλάβει σχεδόν κανείς. Η ατμόσφαιρα μεταξύ μας άρχισε να μοιάζει συνωμοτική. Τελικά ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε με ρώτησε:

“Θα έκανες και συ κάτι τέτοιο;”

“Όχι”, απάντησα. 

“Γιατί όχι;”, ρώτησε κάπως αποθαρρυμένος. 

“Για δύο λόγους”, του είπα. “Πρώτον, υπάρχει πάντοτε ένα μικρό πράγμα που μπορεί να πάει στραβά, ακόμη και με το πιο έξυπνο σχέδιο. Η ζωή δεν μπορεί να ελεγχθεί σε αυτόν τον βαθμό. Και έπειτα, θα ήμουν στην φυλακή ή σε κάποια ψυχιατρική κλινική άθελά μου, όπως και εσύ, μιλώντας σε κάποιον “τρελογιατρό” που δεν τον διάλεξα εγώ. Και δεύτερον, δεν θα το έκανα γιατί έχω κάτι που εσύ δεν έχεις: συνείδηση.

“Μήπως” είπε, “ξέρεις πώς θα αποκτήσω ένα από αυτά;”

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 9: “Αόρατα” συμπτώματα (συντονικά προς το Εγώ)

Μερικές φορές μπορεί να περάσουν χρόνια, προτού ένα άτομο με μεταιχμιακή ή ψυχωτική οργάνωση αναφέρει έναν ψυχαναγκασμό ή μια φοβία ή μια ιδεοληψία που έχει – κατά την γνώμη του, δεν υπάρχει τίποτε ασυνήθιστο σε αυτό. 

Στο παρελθόν, εργαζόμουν με μια μεταιχμιακή ασθενή για περισσότερα από δέκα χρόνια, προτού αυτή αναφέρει με πολύ φυσικό τρόπο, μια πολύπλοκη πρωινή τελετουργία που εφάρμοζε για να καθαρίσει τα ιγμόρειά της, συμπεριφορά που θεωρούσε ως στοιχείο της συνηθισμένης καθημερινής της υγιεινής. 

Μια άλλη γυναίκα με μεταιχμιακή οργάνωση προσωπικότητας, που δεν είχε αναφέρει ποτέ τη βουλιμία μέσα στην πληθώρα των σοβαρότερων συμπτωμάτων από τα οποία έπασχε, μετά από πέντε χρόνια θεραπείας σχολίασε ότι “εν πάση περιπτώσει, παρατηρώ ότι δεν κάνω πια εμετό”. Μέχρι τότε, δεν είχε σκεφτεί αυτό το κομμάτι της συμπεριφοράς της ως προβληματικό.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 10: O λογιστής που ήθελε να προγραμματίσει τη ζωή του

Κάποτε ήρθε στο γραφείο μου ένας τριαντάχρονος λογιστής, έχοντας ως βασική του επιδίωξη να “επιφέρει περισσότερη ισορροπία” στη ζωή του. Ο ίδιος, έχοντας μεγαλώσει με στόχο να εκπληρώσει τις ελπίδες της οικογένειάς του και να αντισταθμίσει τις ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες του πατέρα του, εργαζόταν ακατάπαυστα. Φοβόταν ότι έχανε πολύτιμο χρόνο από τα μικρά παιδιά του, τα οποία θα μπορούσε να απολαύσει αν κατάφερνε να βρει τη δύναμη να σταματήσει να ωθεί αμείλικτα τον εαυτό του να εργάζεται. 

Από εμένα ήθελε να του φτιάξω ένα “πρόγραμμα”, στο οποίο να υπάρχει καθημερινά χρόνος για άσκηση, χρόνος για να παίζει με τα παιδιά του, χρόνος για να ασχολείται με κάποιο χόμπι και ούτω καθεξής. 

Το πρόγραμμα που ο ίδιος είχε στο νου του, περιελάμβανε επίσης χρόνο αφιερωμένο σε εθελοντική εργασία, παρακολούθηση τηλεόρασης, μαγείρεμα, οικιακές ασχολίες και χρόνο για να κάνει έρωτα με τη γυναίκα του. 

Στη συνάντηση που ακολούθησε μετά την αρχική μας συνέντευξη, έφερε μαζί του ένα ενδεικτικό πρόγραμμα, στο οποίο ανέφερε λεπτομερώς τέτοιου είδους αλλαγές. Πίστευε ότι, αν μπορούσα να τον κάνω να εφαρμόσει το πρόγραμμά του με αποτελεσματικό τρόπο, τότε τα προβλήματά του θα λύνονταν. 

Το πρωταρχικό μου καθήκον ως θεραπεύτρια ήταν να προσπαθήσω να του δείξω ότι η λύση που ο ίδιος είχε προτείνει, συνιστούσε μέρος του προβλήματός του: προσέγγιζε τη θεραπεία με την ίδια τάση ακατάπαυστης δραστηριοποίησης για την οποία παραπονιόταν και επιδίωκε την ηρεμία, την οποία γνώριζε ότι χρειαζόταν, σαν να ήταν κάποια άλλη εργασία που έπρεπε να φέρει εις πέρας. 

Του απάντησα ότι ήταν πραγματικά πολύ καλός στο να “κάνει” διάφορα πράγματα, αλλά ήταν προφανές πως είχε ελάχιστη εμπειρία στο απλώς να “είναι”. 

Αν και σε γνωστικό επίπεδο κατανόησε αυτήν την παρατήρηση, δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη του κάποια συναισθηματικά έντονη ανάμνηση μιας λιγότερο ψυχαναγκαστικής προσέγγισης στη ζωή και με αντιμετώπιζε με ένα μείγμα ελπίδας και σκεπτικισμού. 

Μολονότι η εξομολόγηση της ιστορίας του σε ένα άλλο πρόσωπο τον ανακούφισε προσωρινά από την κατάθλιψη που αισθανόταν, ήταν σαφές ότι έπρεπε να συνηθίσει στην ιδέα ότι, για να αποφύγει αυτού του είδους τα προβλήματα στο μέλλον, χρειαζόταν να συνειδητοποιήσει και να επαναπροσδιορίσει κάποιες από τις βασικές αρχές που ακολουθούσε στη ζωή του. 

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 11: “Εάν θέλεις πραγματικά να με βοηθήσεις, θα πρέπει να με βλέπεις χωρίς αμοιβή”.

Τα άτομα που είναι ευάλωτα στην ψύχωση, είναι πιθανόν να έχουν όλων των λογιών  μύχιες και αλλόκοτες ιδέες ως προς το νόημα της χρηματικής συναλλαγής – όχι με τη μορφή φαντασιώσεων οι οποίες συνυπάρχουν με πιο λογικές παρατηρήσεις, αλλά ως προσωπική τους πεποίθηση. 

Ένας ψυχωτικός ασθενής μου αποκάλυψε μετά από πολλούς μήνες ότι πίστευε πως, εάν ήθελα πραγματικά να τον βοηθήσω, θα τον έβλεπα χωρίς πληρωμή και πως οποιαδήποτε άλλη βάση για τη σχέση μας υποδήλωνε διαφθορά. Ο λόγος που συνέχιζε τη συνεργασία του μαζί μου, όπως μου εξήγησε, ήταν διότι πίστευε πως, αν κατόρθωνε να κερδίσει τη στοργή μου, τότε θα τον έβλεπα σε συνεδρίες μόνον από αγάπη, και κατά συνέπεια θα μπορούσα να γιατρέψω τη βαθιά του πεποίθηση ότι δεν τον αγαπούν. 

Αυτό το είδος σκέψης εμφανίζεται αρκετά συχνά σε άτομα με συμβιωτικά προβλήματα και πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα από τον θεραπευτή. Η “ανάλυση” αυτού του φαινομένου με τον τρόπο που συνηθίζουμε με άτομα νευρωτικού επιπέδου, δεν θα βοηθούσε, δεδομένου ότι η διαστρεβλωμένη πεποίθηση είναι συντονική προς το Εγώ του ασθενή και δεν αποτελεί ένα απωθημένο ίχνος βρεφικών μορφών σκέψης.

Ως εκ τούτου, αν ένας θεραπευτής ερωτηθεί από έναν τέτοιο ασθενή σχετικά με την αμοιβή του, είναι καλό να απαντήσει κάπως έτσι: “Πληρώνομαι για αυτό που κάνω, επειδή έτσι βγάζω χρήματα, βοηθώντας δηλαδή ανθρώπους με συναισθηματικά προβλήματα. Επίσης, έχω μάθει ότι όταν πληρώνομαι λιγότερο, δυσανασχετώ με τον ασθενή μου και δεν πιστεύω ότι μπορώ να βοηθήσω κάποιον, εάν μέσα μου δυσανασχετώ”. 

Μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση αποτελεί, όχι μόνον μια χρήσιμη εκπαίδευση σχετικά με τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος και σχετικά με την αμοιβαία φύση της ψυχοθεραπείας – η οποία αποτελεί η ίδια μια διορθωτική εμπειρία στις συγκεχυμένες αντιλήψεις που έχουν σχηματίσει τα άτομα που πάσχουν από σοβαρές διαταραχές – αλλά επιπλέον είναι και συναισθηματικά ειλικρινής, και κατά συνέπεια ο ασθενής θα την εισπράξει με ανακούφιση, έστω και αν εξακολουθεί να πιστεύει ότι η αμοιβή δεν χρειάζεται ή ότι είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 12: “Είναι φυσιολογικό”…

Ένα μέρος του εκπαιδευτικού ρόλου της θεραπεύτριας, είναι η απόδοση φυσιολογικών διαστάσεων στα προβλήματα κάθε ασθενή. Η ενεργητική ενασχόληση της με όλα όσα προβληματίζουν τον ασθενή και η αναπλαισίωση τους ως φυσιολογικών πλευρών της ανθρώπινης υπόστασης κάθε ατόμου που έχει την ικανότητα για συναισθηματική ανταπόκριση, είναι ιδιαίτερα σημαντική, και μπορεί να βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό ένα άτομο που βρίσκεται καθηλωμένο στο στάδιο της συμβίωσης. 

Για παράδειγμα, μια διπολική ασθενής σε ψυχωτικό επίπεδο αναστατώθηκε πολύ, όταν ανακάλυψε ότι θαύμαζε τα πόδια μου την ώρα που άνοιγα ένα παράθυρο και ανησύχησε μήπως αυτό το γεγονός υποδήλωνε ότι ήταν λεσβία. Η αντίδρασή μου σε μια πιο υγιή γυναίκα θα ήταν να την ενθαρρύνω να προβεί σε συνειρμούς, υποθέτοντας ότι μπορούσε να αντέξει το άγχος της για τον σεξουαλικό προσανατολισμό της και ότι μπορούσε επίσης να καταλήξει σε ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις, αναφορικά με πτυχές του εαυτού της τις οποίες δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει. 

Σε αυτήν την μανιοκαταθλιπτική γυναίκα, όμως, ανέφερα με φιλικό ύφος ότι ένοιωθα κολακευμένη (επειδή έδειχνε τρομοκρατημένη, σαν να προσδοκούσε ότι θα νοιώσω φρίκη από το ενδεχόμενο να έλκεται σεξουαλικά από εμένα) και συνέχισα λέγοντας ότι, από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω από το ιστορικό της, δεν είναι λεσβία, αν και καθένας μας βιώνει κάποια σεξουαλικά συναισθήματα για άτομα και των δύο φύλων. Πρόσθεσα ότι το μοναδικό σημείο στο οποίο ενδεχομένως να ήταν διαφορετική από τους υπόλοιπους, ήταν στο ότι είχε συνειδητοποιήσει αυτήν την ιδέα, ενώ πολλοί άλλοι έχουν ιδιαίτερη ευκολία να κρατούν ασυνείδητες τέτοιου είδους αντιλήψεις. 

Στη συνέχεια, αναδιατύπωσα την ανησυχία της, λέγοντας ότι αυτή, ουσιαστικά, αποτελούσε ένα ακόμη παράδειγμα της μεγαλύτερης ευαισθησίας που είχε αναφορικά με την ικανότητα επαφής με την εσωτερική της ζωή, σε σύγκριση με αυτήν που έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι Επανέλαβα ότι ο δικός μου ρόλος στην περίπτωσή της συμπεριλάμβανε την προσπάθεια μου να τη βοηθήσω να αισθανθεί πιο άνετα με το γεγονός ότι συχνά έρχεται σε επαφή με πλευρές της ανθρώπινης ψυχολογίας, τις οποίες οι περισσότεροι κρατούν μακριά από τη συνείδηση.

Τα άτομα που τείνουν προς την ψύχωση, βιώνουν μια κατάσταση τραυματικής υπερδιέγερσης από την επαφή με πρωτόγονο υλικό. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούν να ανακουφιστούν από την αναστάτωση που τους προκαλεί αυτό το υλικό, είναι να τους βοηθήσουμε να το αντιληφθούν ως κάτι φυσιολογικό.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 13: Ο θάνατος του πατέρα

Ένας νεαρός άνδρας που ήταν ασθενής μου για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, λόγω της ψυχωτικής αντίδρασης που εκδήλωσε όταν πέθανε ο πατέρας του, μου εκμυστηρεύτηκε ότι υπήρχαν φορές που πίστευε ότι είχε γίνει ο πατέρας του: ο εαυτός του είχε πεθάνει και ο πατέρας του είχε καταλάβει το σώμα του ιδίου. 

Τα όνειρά του, επίσης, είχαν το ίδιο μοτίβο, ότι δηλαδή διάφορα τέρατα τον καταδίωκαν, μεταμορφώνονταν στον πατέρα του και προσπαθούσαν να τον σκοτώσουν⋅ επιπλέον είχε έναν τεράστιο φόβο ότι ο νεκρός πατέρας του, ο οποίος στη διάρκεια της ζωής του ήταν ένας δύσκολος και τιμωρητικός γονέας, μπορούσε να εισβάλλει στο σώμα του από τον τάφο. 

Τον διαβεβαίωσα ότι αυτή ήταν μια φυσιολογική φαντασίωση, την οποία έχουν οι άνθρωποι που πενθούν, παρότι δεν τη συνειδητοποιούν πάντοτε, και τον καθησύχασα ότι με το πέρασμα του χρόνου αυτό το συναίσθημα θα έφθινε.

 Παράλληλα του εξήγησα πως η πεποίθησή του ότι ο πατέρας του εισέβαλε μέσα στο σώμα του, εξέφραζε ένα πλήθος φυσιολογικών αντιδράσεων στον θάνατο ενός γονέα. 

Πρώτον, υποδήλωνε μια αντίδραση άρνησης του θανάτου του πατέρα – που είναι μια φυσιολογική φάση του πένθους⋅ 

δεύτερον, εξέφραζε την ενοχή του επειδή ο ίδιος ήταν ζωντανός, μια ενοχή την οποία αντιμετώπιζε μέσω της φαντασίωσης ότι εκείνος είχε πεθάνει και όχι ο πατέρας του⋅ 

τρίτον, αυτή ήταν μια προσπάθεια μείωσης του άγχους, η λογική της οποίας ήταν ότι, εάν ο πατέρας του ζούσε στο δικό του σώμα, τότε δεν βρισκόταν κάπου αλλού, σχεδιάζοντας να δολοφονήσει το γιο του για το αμάρτημα που είχε διαπράξει ζώντας περισσότερο από εκείνον.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 14: Αμοιβαία αποκλειόμενες λύσεις

Ορισμένοι θεραπευόμενοι δημιουργούν την αίσθηση στη θεραπεύτρια ότι υπάρχουν δύο εναλλακτικές λύσεις σε μια δεδομένη κατάσταση, αμοιβαία αποκλειόμενες και ταυτόχρονα λανθασμένες για διαφορετικούς λόγους. 

Συνήθως, την υποβάλλουν σε μια δοκιμασία, στην οποία εάν δράσει κατά τον έναν τρόπο, θα αποτύχει σύμφωνα με τον έναν πόλο της σύγκρουσης του ασθενή, ενώ, εάν επιλέξει να δράσει με τον εναλλακτικό τρόπο, θα αποτύχει εξίσου, σύμφωνα με τον άλλο πόλο της σύγκρουσης του ασθενή.

Για παράδειγμα, κάποτε είχα σε θεραπεία έναν 22χρονο άνδρα, ο πατέρας του οποίου ήταν αλκοολικός και δεν έδινε καμιά σημασία στο γιό του. Η μητέρα του ήταν αγχώδης και επενέβαινε σε υπερβολικό βαθμό στη ζωή του, τόσο, ώστε εκείνη διάλεγε τα ρούχα που φορούσε ο ίδιος. Καθώς προχωρούσε η θεραπεία, ο ασθενής άρχισε να μιλάει όλο και λιγότερο στη διάρκεια των συνεδριών μας. 

Αρχικά, έδινε την αίσθηση ότι χρειαζόταν χρόνο για να τακτοποιήσει τις σκέψεις του, καθώς όμως οι σιωπές του έφτασαν να διαρκούν 15 και αργότερα 20 λεπτά κάθε φορά, ένοιωσα ότι κάτι αρνητικό συνέβαινε και ότι θα ήταν αμέλεια εκ μέρους μου να μην το αντιμετωπίσω.

Εάν αυτός ο ασθενής είχε ένα νευρωτικό επίπεδο οργάνωσης, θα αντιδρούσα υπενθυμίζοντας του τη συμφωνία μας να συνεχίζει να μιλά για οτιδήποτε του ερχόταν στο νου, και θα διερευνούσα μαζί του τυχόν προβλήματα σε αυτό το θέμα. Με άλλα λόγια, θα προχωρούσα σε ανάλυση της αντίστασής του. 

Με το συγκεκριμένο άτομο, όμως, είχα την αίσθηση ότι συνέβαινε κάτι πιο πρωτόγονο, το οποίο στόχευε στην εξισορρόπηση του τρόμου που τον διακατείχε, ότι δηλαδή θα εγκολπωθεί από εμένα και στη συνέχεια θα εγκαταλειφθεί. Γνώριζα, επίσης, ότι δεν είχαμε αναπτύξει μια επαρκή θεραπευτική συμμαχία, ώστε να προσεγγίσω τη σιωπή του όπως θα έκανα με ένα πιο υγιές άτομο. 

Στην περίπτωση που θα παρέμενα σιωπηλή, ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι θα ένοιωθε τραυματικά παραμελημένος, όπως είχε νοιώσει σε σχέση με τον πατέρα του, αλλά και στην περίπτωση που θα μιλούσα, υποψιαζόμουν ότι θα βίωνε ότι δρούσα αυταρχικά, όπως έκανε η μητέρα του. 

Το δίλημμα μου εκείνη την κρίσιμη στιγμή, πιθανόν να αντανακλούσε τη δική του αίσθηση πως είτε μιλούσε, είτε όχι, θα ήταν κακό. 

Προσπαθώντας να σκεφτώ ποια παρέμβαση από μέρους μου θα τον έβλαπτε λιγότερο, είχα την ιδέα να ζητήσω τη βοήθειά του για να λύσω το πρόβλημα. Τουλάχιστον έτσι, οτιδήποτε κι αν προέκυπτε από τη συνδιαλλαγή μας, θα διατηρούσε, έστω και λίγο, την αυτονομία του ασθενή. Τον ρώτησα, λοιπόν, πώς ήθελε ο ίδιος να αντιδράσω, όταν έπεφτε σε μακρά σιωπή. 

Απάντησε ότι μάλλον ήθελε να του κάνω ερωτήσεις και να τον τραβήξω έξω από αυτήν. Του είπα ότι με χαρά θα το έκανα, θα έπρεπε όμως να γνωρίζει ότι μπορεί και να έλεγα κάτι λανθασμένο, εφόσον, παραμένοντας σιωπηλός  δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι περνούσε από το μυαλό του. 

Το πρόσωπό του φωτίστηκε και ανέφερε ότι άλλαξε γνώμη και αποφάσισε πως θα έπρεπε να περιμένω έως ότου ένοιωθε ο ίδιος έτοιμος να μιλήσει. 

Στη συνέχεια, για τις επόμενες τρεις συνεδρίες ερχόταν, με χαιρετούσε χαρούμενα, καθόταν, δεν έλεγε τίποτα για 45 λεπτά και μετά αναχωρούσε ευγενικά, τη στιγμή που τον ειδοποιούσα ότι ο χρόνος της συνάντησής μας είχε τελειώσει. 

Είναι ενδιαφέρον ότι, ενώ πριν από την συζήτησή μας ένοιωθα άσχημα αντιμετωπίζοντας τη σιωπή του, μετά από τη συζήτησή μας αισθανόμουν ήρεμη. 

Δύο χρόνια περίπου αργότερα, μπόρεσε να μου πει ότι η προθυμία μου να ακολουθήσω τη δική του κατεύθυνση στο συγκεκριμένο ζήτημα, αποτέλεσε και την απαρχή της ικανότητάς του να βιώνει τον εαυτό του σαν ένα ξεχωριστό πρόσωπο στην παρουσία κάποιου άλλου. 

Φαίνεται, λοιπόν, ότι αυτή η τεχνική μειώνει την άμεση δυσφορία του θεραπευτή. Επιπλέον, και πιο σημαντικό, συνιστά ένα πρότυπο αποδοχής της αβεβαιότητας, επιβεβαιώνει την αξιοπρέπεια και τη δημιουργικότητα του ασθενή, και υπενθυμίζει και στις δύο πλευρές με τρόπο που δεν εμπεριέχει κριτική, τη συνεργατική φύση της ψυχαναλυτικής θεραπείας.

Παράδειγμα ψυχοδυναμικής θεραπείας 15: 

Η δυναμική στάση του θεραπευτή στις ψυχοπαθητικές προσωπικότητες

Από την στιγμή που το μόνο πράγμα στο οποίο τα αντικοινωνικά άτομα επιδεικνύουν σεβασμό είναι η δύναμη, αυτό θα πρέπει να είναι το πρώτο πράγμα που θα τους επιδείξει ο θεραπευτής. Ο Greenwald (1974) παραθέτει το ακόλουθο παράδειγμα:

Ένας μαστροπός ήρθε να με βρει και άρχισε να μου περιγράφει τον τρόπο της ζωής του. Μου είπε: “Ξέρεις, ντρέπομαι να δείξω τον εαυτό μου και τα λοιπά, όμως εν πάση περιπτώσει, έχω έναν αρκετά καλό τρόπο να ζω και πολλοί θα ήθελαν να ζουν έτσι, δηλαδή σαν μαστροποί. Δεν είναι και άσχημα, βάζεις τα κορίτσια να δουλεύουν για σένα – γιατί να μην το κάνεις άλλωστε; Γιατί να μην το κάνει αυτό οποιοσδήποτε;” 

Του απάντησα: “Είσαι μαλάκας”.

 Και με ρώτησε γιατί. 

Του είπα: “Κοίτα, προσωπικά ζω από τα κέρδη που μου αφήνουν τα κορίτσια που εκδίδονται. Έγραψα ένα βιβλίο για αυτά. Κέρδισα τον σεβασμό των άλλων για αυτό που έκανα. Έγινα διάσημος από αυτό. Γυρίστηκε και κινηματογραφική ταινία βάσει του βιβλίου μου. 

Έβγαλα πολύ περισσότερα λεφτά από όσα θα βγάλεις εσύ ποτέ, και εσύ, σαν μαλάκας, μπορεί να συλληφθείς οποιαδήποτε στιγμή και να πας φυλακή για δέκα χρόνια, ενώ εγώ θα απολαμβάνω σεβασμό, τιμή και θαυμασμό από όλους”. 

Αυτό ήταν κάτι που μπορούσε να το καταλάβει. Είδε ότι κάποιος άλλος, τον οποίο θεωρούσε ότι του έμοιαζε, είχε έναν καλύτερο τρόπο να επιτυγχάνει τους ίδιους στόχους (σελ. 371).

 

Παρόμοιες αναρτήσεις