Ποιος θα φυλάξει τους φύλακες – εμπειρίες μιας ψυχολόγου από τα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων

Θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά την πρώτη πρώτη ημέρα που ξεκίνησα να δουλεύω σε κέντρο «φιλοξενίας» προσφύγων. Ένα κέντρο λίγο πιο έξω από την Αθήνα. Θυμάμαι ακόμη τις σκηνές και τα container να ξεπροβάλλουν από τη στροφή του δρόμου, τις γυναίκες με τα χρωματιστά τους φορέματα να πηγαίνουν βόλτα τα μωρά τους, παρέες αντρών να συζητάνε σε αυτοσχέδια καταστήματα και παιδιά να παίζουν σχεδόν ανέμελα στην παιδική χαρά. Κατά κάποιο τρόπο η ζωή συνεχίζεται ακόμη και στο πιο αφιλόξενο καμπ. Δυστυχώς, λίγες ώρες αργότερα έμαθα ότι στα καμπ ο πόνος βρίσκεται καλά κρυμμένος μέσα στις σκηνές.

Είναι αλήθεια ότι οι ιστορίες που ακούει ένας ψυχολόγος σε μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης ξεφεύγουν κατά πολύ από τα περιστατικά που έχει ακούσει ως τότε στη σχολή του, στις εκπαιδεύσεις του, στην εργασία του. Τι να πω λοιπόν εγώ – μια ψυχολόγος στο ξεκίνημά της – σε κάποιον που έζησε τη φρίκη του πολέμου;

Οι συνήθεις παρεμβάσεις φαντάζουν άλλοτε ανούσιες και άλλοτε αστείες. Κι επειδή συχνά δεν μπορούσα να πω απολύτως τίποτα, απλώς τους άκουγα. Άλλες φορές προσπαθούσα να ψελλίσω έστω κάποια βασικά για να δικαιολογήσω την παρουσία μου και το μισθό μου. Γρήγορα πρόσεξα όμως ότι ο κόσμος συνέχιζε να έρχεται και μάλιστα ανέφερε ότι οι συνεδρίες βοηθούσαν. Πέρασε αρκετός καιρός ώσπου να καταλάβω ότι η ύπαρξη αυτού του χώρου, αυτής της μίας ώρας την εβδομάδα αποτελούσε γι αυτούς κάτι σημαντικό. Για την γυναίκα που ο άντρας της τη χτυπάει και την καταπιέζει μια αφορμή για να βγει από το σπίτι και να μιλήσει. Για την κοπέλα που τη βίασαν και «λερώθηκε» ανεξίτηλα για την οικογένειά της, ένας μέρος για να νιώσει ξανά καθαρή. Για τον άντρα που χτυπάει τα παιδιά και τη γυναίκα του, ένα μέρος που θα μπορεί να είναι κι αυτός αδύναμος.

Και ένα από τα βασικά ζητήματα ή καλύτερα από τις βασικές προκλήσεις του θεραπευτή στα περιστατικά που ανέφερα είναι αυτό της ηθικής. Όταν όλοι σχεδόν οι άντρες χτυπάνε τις συζύγους τους γίνεται πιο δύσκολο να τους καταγγείλεις. Και γίνεται ακόμα πιο δύσκολο όταν βλέπεις γυναίκες να μην έχουν σπουδάσει και δουλέψει ποτέ. Όταν μία γυναίκα μένει έγκυος από βιασμό και σου εκμυστηρεύεται ότι προσπαθεί μόνη της να κάνει έκτρωση είναι δύσκολο να δεις καθαρά. Όταν μία γυναίκα πίνει για να ηρεμήσει και καταλήγει να λιποθυμάει απ’ το ποτό με το μωρό της στο σπίτι είναι δύσκολο να το πας σε ίδρυμα. Και είναι δύσκολο να δεις τι απόφαση θα πάρεις γιατί καταλαβαίνεις βαθιά ότι είναι φυσικό να υπάρχουν αυτές οι αντιδράσεις και πως αυτό που είναι αφύσικο είναι ο πόλεμος.

Η αλλαγή βέβαια, όποια κι αν είναι αυτή, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Μάλλον το αντίθετο. Ειδικά στο ζήτημα της προσφυγιάς, ένα ζήτημα βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Φυσικά η θεραπεία και μάλλον η όποια άλλη παρέμβαση δεν μπορεί να αναιρέσει το γεγονός ότι χιλιάδες άνθρωποι ξεριζώθηκαν και δεν ξέρουν τι θα τους φέρει η επόμενη μέρα. Ούτε το ψυχικό κόστος που μπορεί να συνεπάγεται για παράδειγμα το κλείσιμο των συνόρων. Η ψυχολογική πίεση την οποία υφίστανται τα άτομα είναι τεράστια , πέρα από τα αντικειμενικά προβλήματα, και γι αυτούς τους λόγους τα ζητήματα στη θεραπεία είναι πάρα πολλά, πολυσύνθετα και πολλές φορές πιεστικά. Ανησυχείς επειδή σε μία κατάσταση κρίσης πολλά είναι αυτά που επείγουν, πιέζεσαι να βρεις μια γρήγορη λύση, να πεις δυο κουβέντες σε δύο συνεδρίες και ξαφνικά όλα να πάρουν το δρόμο τους. Τα πράγματα όμως δεν μπορεί να γίνουν έτσι. Αρά δεν μαθαίνεις ποτέ αν υπήρξε βελτίωση της κατάστασης, είσαι πάντα εκεί όταν υπάρχει το πρόβλημα αλλά όχι όταν έρχεται η λύση του. Υπάρχει μόνο ένας τεράστιος λαβύρινθος και ο μίτος της Αριάδνης δεν είναι πουθενά.

Και αυτός είναι και ένας από τους λόγους που ο θεραπευτής απογοητεύεται εύκολα και συχνά οδηγείται στην κατάρρευση. Πέρα από τις συνήθεις συμβουλές για χαλάρωση και για προσωπικά χόμπυ, αυτό που με κράτησε, ήταν η ακλόνητη πίστη ότι μια μέρα ο κόσμος μας θα είναι πιο δίκαιος απ’ ό,τι είναι τώρα. Και η πίστη ότι παρά την αδικία οι ζωές αυτών των ανθρώπων είναι ζωές που αξίζει να τις ζήσει κάποιος.